Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Τα μεταπολεμικά Γουβιανά πανηγύρια της Παναγίας της Κεράς.

Τα μεταπολεμικά Γουβιανά πανηγύρια της Παναγίας της Κεράς.

Γράφει ο Βαγγέλης Μπαριτάκης

   Ένα από τα μεγαλύτερα μεταπολεμικά Γουβιανά πανηγύρια γινόταν στη γιορτή της Παναγίας της Κεράς στις οκτώ Σεπτέμβρη. Το πρωί αυτής της γιορτής, ο Γουβιανός παπά Ηλίας και οι ψάλτες άρχιζαν τη θεία λειτουργία. Στη συνέχεια μαζεύονταν οι Γουβιανοί με τους μουσαφίρηδες τους και πολλοί πανηγυριώτες από τα τριγύρω χωριά με τους στολισμένους γαϊδάρους, μουλάρια και τα γιωργαλίδικα άλογα. Εκτός από τις αρτοπλασίες που έφερναν στη χάρη της Παναγίας της Κεράς, έφερναν και αυτά που της είχαν τάξει, όπως αρνιά, κατσίκια, πετεινάρια, κούβους και άλλα, που στη συνέχεια τα κλήρωναν για την Ενορία Γουβών.
   Το πρωί-πρωί αυτού του πανηγυριού μαζεύονταν εκεί μικροπωλητάδες που πουλούσαν πάνω σε ράντζα μικροπαιχνίδια και στρουφιχτές καραμέλες με ένα στρουφιχτό χαρτάκι στη μέση με μια μαντινιάδα που την τάσσαμε ο ένας στον άλλο. Εκείνο το πρωί ερχόταν στο πανηγύρι και κάποιος παγωτατζής από τη χώρα με τρίκυκλο ποδήλατο. Ερχόταν επίσης και ο Σόλων από τον Πόρο που φόρτωνε πάνω στο μηχανάκι του ποδήλατα και τα νοίκιαζε στους πιτσιρικάδες. Ερχόταν και φωτογράφοι που έβγαζαν αναμνηστικές φωτογραφίες, ερχόταν και κάποιος παπατζής με τους αβανταδόρους του. Επίσης εκεί πουλούσαν ορισμένοι παραδοσιακοί χασάπηδες από τα γύρω χωριά πεντανόστημο καπρικό. Μετά στην εκκλησία μοίραζαν το αντίντερο και τους άρτους. Σε αυτό το Γουβιανό πανηγύρι έρχονταν από τα γειτονικά χωριά και έκαναν εράνους για να αποπερατώσουν διάφορες εκκλησίες. Όσοι τους έδιναν ότι μπορούσαν, τους κάρφωναν στο πέτο ένα ειδικό χαρτάκι για να μην τους ξαναγυρέψουν λεφτά.
   Το μεσημέρι οι πανηγυριώτες ήταν καλεσμένοι και πήγαιναν στα Γουβιανά σπίτια που οι νοικοκυράδες είχαν ετοιμάσει τα βρισκούμενα πιλάφια, βραστό, κοκκινιστό, ψητό και καλό Γουβιανό κρασί. Το βράδυ πάλι ξαναγευμάτιζαν στα σπίτια τα παρεάκια και πήγαιναν πορπατάρηδες φαγωμένοι στα Γουβιανά γλέντια που γίνονταν στο Λιβάδι και στην Κάτω Πλατεία, στου Τσαγκαρονικόλη το μαγαζί. Επειδή ο κάθε καφετζής είχε λίγα τραπεζάκια, οι περισσότεροι κάθονταν σε καρέκλες ή σε πάγκους-μαδέρια. Οι νεαροί συνήθως πήγαιναν και έπιναν στα τεζιάκια ρακί με αστραγάλια και ορισμένοι κάθιζαν σε κάποιο τραπεζάκι και έπιναν Γουβιανό κρασί με ψιλοκομμένο καπρικό με παξιμαδάκια. Τις γυναίκες τις κερνούσαν υποβρύχιες βανίλιες, λουκούμια, πορτοκαλάδες Βιοχύμ, Γουβιανές γαζόζες ή κάποια φλόκα. Οι οργανοπαίχτες είχαν βάλει στη μέση του Λιβαδιού ή πλατείας ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες και εμείς χορεύαμε γύρω-γύρω τους. Ο στόχος όμως των Γουβιανών σε αυτά τα γλέντια ήταν να χορεύουν μέχρι το πρωί. Τον Γουβιανό σεμνό και μερακλήδικο πηδηχτό, τον Χανιώτη, τον Πεντοζάλη, τη Σούστα, Καλαματιανό, Ταγκό, Βαλς και άλλους χορούς.
   Αυτό που δεν ξεχνω ποτέ είναι όταν θέλαμε να χορέψουμε ταγκό τις κοπελιές πηγαίναμε και τις ζητούσαμε από τους χωριανούς συγγενείς και φίλους μας για να χορέψουμε και μετά όταν έλεγαν οι γονείς τους το “ναι”, ξαναρωτούσαμε τις κοπελιές και αυτές αν θέλουν να χορέψουμε ταγκό. Την ώρα που χορεύαμε κάποιος από εμάς έλεγε “ντάμα μπουφέ” που σήμαινε ότι πρέπει ο καφετζής να κεράσει όλες τις κοπελιές που χόρευαν και θα πληρώσει ο κάθε καβαλιέρος. Στη συνέχεια του χορού έλεγε κάποιος “ντάμα λυράρη” που σήμαινε ότι όλοι οι νεαροί που χορεύουν να ρίξουν μέσα στη μαντόλα λεφτά των οργανοπαιχτών.
   Τις δεκαετίες 1950-60 που εγώ θυμάμαι σαν παιδί, σε αυτά τα πανηγύρια είχαν παίξει οι Γουβιανοί λυράρηδες Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός, ο Καλιακάκης Αντώνης ή Καλιακαντώνης και οι Γουβιανοί βιολάτορες Κωστής Μαρκάκης ή Κοντόχας, Θοδωρής Δετοράκης και Στερεός Πλευράκης που τις περισσότερες φορές είχαν βασικούς μπασαδόρους τον Γιάννη Μπαριτάκη και Γιάννη Γιαννουδάκη. Επίσης συχνοέπαιζαν μαντόλα σε παρέες και σε καντάδες ο Παυλής Δετοράκης και ο Νίκος Μαυράκης ή Σκουντής. Ο μεγάλος Γουβιανός λυράρης Γιάννης Κουφαλιτάκης είχε παίξει και σε αυτά τα γλέντια πολλές φορές αλλά μετά το 1970.
   Άλλοι οργανοπαίχτες που είχαν παίξει στο πανηγύρι τις δεκαετίες του 1950-60 ήταν οι βιολάτορες από το Σκαλάνι, Γιώργης και Κωστής Βασιλάκης, ο Ηρακλής Σταυρουλάκης από την Επισκοπή, ο Μουχταριανός βιολάτορας Πετρουγάκης, ο Κωστής Καπετανάκης ή Καψάλης από το Μοχό, ο Καλογεράκης από τις Αγιές Παρασκιές και άλλοι.
   Τη δεκαετία του 1960-70 είχαν παίξει σε αυτά τα Γουβιανά πανηγύρια ο Νίκος Ξυλούρης, ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Βασίλης Σκουλάς με τον Γιώργο Κουμιώτη, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, ο Ζαχαρίας Μελεσενάκης, ο μεγάλος Γουβιανός λυράρης Γιάννης Κουφαλιτάκης και άλλοι.
   Τα μεταπολεμικά χρόνια όταν τέλειωνε το γλέντι οι Γουβιανοί μερακλήδες κάθιζαν γύρω-γύρω από τους οργανοπαίχτες και τραγουδούσαν μέχρι να ξημερώσει.
   Τι τελευταίες δεκαετίες διαφοροποιήθηκαν ορισμένα πράγματα και στα Γουβιανά γλέντια. Δηλαδή σχεδόν όλοι οι αξιόλογοι λυράρηδες της Κρήτης μας δεν θέλουν να μάθουν και δεν θέλουν να παίζουν τον ερωτικό χορό ταγκό, όπως γινόταν παλιά.
   Η δεύτερη παρατήρηση μου είναι ότι οι περισσότεροι “προστάτες και σωτήρες” της Κρητικής παραδοσιακής μουσικής και χορών, ουσιαστικά ξεβάφτισαν τον Καστιρνό Πηδηχτό και τον βάφτισαν “Μαλεβιζιώτη”. Διατυμπανίζοντας τις τελευταίες δεκαετίες στα μέσα ενημέρωσης μόνο το όνομα “Μαλεβιζιώτης” και έχουν μάλλον αναγκάσει τον Κρητικό λαό να ντρέπεται να λέει το όνομα “Πηδηχτός” για να μην τον κοροϊδεύουν. Το πιο λυπηρό είναι ότι σχεδόν όλοι οι Καστρινοί δεν λένε το χορό τους “Καστρινό Πηδηχτό” αλλά “Μαλεβιζιώτη”.
   Και η τρίτη παρατήρηση και παράπονο που κάνω είναι ότι σχεδόν όλοι οι αγαπητοί μας λυράρηδες δεν θέλουν να μάθουν να παίζουν ερωτικές Σητειακές κοντυλιές στις καντάδες και στα γλέντια, αλλά ούτε παίζουν στον ανατολικό Νομό Ηρακλείου και στο Νομό Λασιθίου της Νύφης το Σκοπό για να μην τραγουδούν στους γάμους όλοι οι γαμηλιώτες όπως παλιά.

Γουβιανή φωτογραφία του 1964 από το βιβλίο μου “Οι Γούβες”. Στη λύρα ο Στερεός Πλευράκης και στη μαντόλα ο Νίκος Μαυράκης ή Σκουντής.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 8/9/2016)

Γιατί το Ελληνικό κράτος κάνει ασταμάτητο οικονομικό πόλεμο στους συνταξιούχους;

Γιατί το Ελληνικό κράτος κάνει ασταμάτητο οικονομικό πόλεμο στους συνταξιούχους;

Του Βαγγέλη Μπαριτάκη

   Τα τελευταία χρόνια σχεδόν κάθε μέρα ακούμε και διαβάζουμε για τα κουρέματα των συντάξεων που γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται παράνομα, άδικα και αδικαιολόγητα. Τις τελευταίες χρονιές το Ελληνικό κράτος βρήκε τα περήφανα και αδύναμα Ελληνικά γηρατειά και τους κουρεύει συχνά τις συντάξεις χωρίς κανένα λόγο, που σημαίνει ότι οι συντάξεις ληστεύονταν, ληστεύονται και θα ληστεύονται επ' αόριστον, μακροχρόνια και στο μέλλον, δηλαδή το Ελληνικό κράτος κλέβει ουσιαστικά το ψωμί των συνταξιούχων μέσα από το στόμα τους.
   Οι έντιμοι και τίμιοι συνταξιούχοι κάθε μήνα που πάνε να πάρουν την πολυκουρεμένη σύνταξή τους, χτυπάει η καρδιά τους με τον εφιάλτη ότι πάλι θα τους την έχουν κουρέψει χωρίς να τους ρωτήσουν αν δέχονται οι όχι. Έτσι το Ελληνικό κράτος εξαθλιώνει και θα εξαθλιώνει οικονομικά και τους συνταξιούχους να μην έχουν τη δυνατότητα να κάνουν διακοπές όπως έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τουρισμό οι συνταξιούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
   Επίσης το Ελληνικό κράτος με τα πολλά κουρέματα που έχει κάνει στις συντάξεις , οι συνταξιούχοι δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να πληρώνουν κάθε λογής ανάγκες και υποχρεώσεις της επιβίωσης τους και τα φάρμακά τους. Έτσι οι τίμιοι και αξιοπρεπέστατοι συνταξιούχοι δεν έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν τα άνεργα παιδιά και εγγόνια τους που ψάχνουν να βρουν δουλειά από το Καστελόριζο μέχρι την Αλεξανδρούπολη και από τη Γαύδο μέχρι την Κέρκυρα για να μην καταντήσουν πεινασμένα.
   Τελειώνοντας, προτείνω ότι πρέπει να μην ξεχνούν όλοι οι συνταξιούχοι ότι οι ασταμάτητες αυξήσεις σε διάφορα ήδη ουσιαστικά μειώνουν και κουρεύουν τις συντάξεις τους, μέχρι να τους καταντήσουν πάμφτωχους και πεινασμένους.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" το 2016)

Το Ελληνικό κράτος κερδίζει πάντα και από τον τουρισμό τη μερίδα του λέοντος.

Το Ελληνικό κράτος κερδίζει πάντα και από τον τουρισμό τη μερίδα του λέοντος.

Του Βαγγέλη Μπαριτάκη

   Όλοι οι Έλληνες ξέρουμε καλά ότι στη χώρα μας υπάρχει τουρισμός γιατί αρέσει στους ξένους ο τόπος μας, ο πολιτισμός μας, η θάλασσα μας, το φιλότιμο και η φιλοξενία μας. Και για άλλους λόγους υπάρχει τουρισμός στην Ελλάδα, για ανάπαυση, αναψυχή, ψυχαγωγία, μάθηση, άθληση, θεραπεία και άλλους λόγους “προς όφελος όλων των Ελλήνων”.
   Είναι βέβαιο ότι πολλές χιλιάδες εκπαιδευμένοι Έλληνες και Ελληνίδες εργάζονται και υπηρετούν τους τουρίστες με τους καλύτερους τρόπους για να ζουν τις οικογένειες τους τίμια και φτωχικά.
   Από αυτό τον τουρισμό που υπάρχει στην Ελλάδα, το ελληνικό κράτος πάντοτε και παντοτινά κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από βενζίνες και πετρέλαια, από τσιγάρα, τελωνεία, ΦΠΑ, διόδια, καράβια, αεροπλάνα, τρένα, αυτοκίνητα, μηχανάκια, ξενοδοχεία, τουριστικά γραφεία, μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, ταβέρνες, σούπερ μάρκετ, χρυσοχοΐα, τουριστικά μαγαζιά, ΙΚΑ, ΤΕΒΕ και από αμέτρητες φορομπηχτικές φορολογήσεις του λαού μας. Έτσι στην Ελλάδα με τους “νόμους” χάνουν λίγο πολύ οι πάντες και τα πάντα για να κερδίζει το Ελληνικό κράτος τη μερίδα του λέοντος. Ποτέ όμως το ελληνικό κράτος δεν παρουσιάζει στον Ελληνικό λαό πόσες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κερδίζει κάθε μέρα από τον τουρισμό.
   Την τελευταία πενταετία ακούγεται ότι στην Ελλάδα σταμάτησαν οι κλεψιές, οι ατασθαλίες, οι κακοδιαχειρησεις, τα πανωγραψίματα, οι μίζες, οι καταχρήσεις της Ελληνικής εξουσίας, για να παραδίδονται “πάντοτε και παντοτινά” οι κόποι, τα κέρδη και τα λεφτά του Ελληνικού λαού στους ξένους απρόσωπους “συμμάχους μας”.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 16/7/2016)

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Ο Καστρινογουβιανός θεατρίνος Μανόλης Γιωργιτσάκης ή Μονάντερος (1920-1989)

Ο Καστρινογουβιανός θεατρίνος Μανόλης Γιωργιτσάκης ή Μονάντερος (1920-1989)

   Ο Καστρινο-γουβιανός θεατρίνος Μανόλης Γιωργιτσάκης ή Μονάντερος καταγόταν από τις Γούβες Ηρακλείου.
Ο πατέρας το λεγόταν Γιωργιτσογιώργης που γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Γούβες, ενώ πολέμησε τον προπερασμένο αιώνα τους Τούρκους σε διάφορες μάχες και επειδή τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι, μετακόμισε από τις Γούβες στο Μεγάλο Κάστρο. Εκεί παντρεύτηκε την Αντρονίκη Τριαλώνη από τις Βούτες και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Μανόλη και τον Δημήτρη. Τώρα στις Γούβες υπάρχει το παλιό σπίτι των Γιωργίτσιδων και ένα τοπωνύμιο που το λέμε “στου Γιωργίτση το Μετόχι”.
   Ο Μανόλης Γιωργίτσακης γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο το 1920 την εποχή της φτώχειας και της πείνας. Από όταν πήγαινε στο Δημοτικό σχολείο φαινόταν το θεατρικό του ταλέντο στις σχολικές παραστάσεις. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιωργίτσης πολέμησε και αυτός στην Αλβανία τον φασισμό. Όταν υπηρετούσε στρατιώτης, παίζοντας θέατρο στα Γιάννενα γνώρισε μια κοπελιά, την Ελευθερία Καρτάτση και απέκτησαν μια κόρη, την Πόπη, που την πολυαγαπούσε και την οικογένεια της.
   Από τα χρόνια της Κατοχής, αυτός ο αυτοδίδακτος θεατρίνος έπαιζε θέατρο με τους συνεργάτες του στις μεγάλες πόλεις αλλά και στα χωριά της Κρήτης, πολλά εκ των οποίων δεν είχαν ούτε αυτοκινητόδρομο, ούτε ρεύμα, ούτε ένα ραδιόφωνο. Ο Γιωργίτσης τόλμησε να παίξει πολλές φορές θέατρο ακόμα και στην Σπιναλόγκα και ιδιαίτερα κατά τα μετακατοχικά χρόνια όπου το νησί ήταν νοσοκομείο και απομονωτήριο των λεπρών. Με τις παραστάσεις του εκεί τους έδινε θάρρος να ζουν, να χαίρονται και να ελπίζουν με χαρές και χαμόγελα. Εκτός από την Κρήτη είχε παίξει θέατρο και στα Δωδεκάνησα, στις Κυκλάδες και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.
   Πολλές φορές είχε έρθει και στις Γούβες και έπαιζε θεατρικά έργα. Θυμάμαι μια φορά σε μια παράστασή του στο Λιβάδι ή Πλατεία των Γουβών, ανέβασε το έργο “Η Λύσσα”, στην οποία είχε έναν εκπαιδευμένο σκύλο ο οποίος σε κάποια σκηνή σαν λυσσασμένος δάγκωνε τον Γιωργίτση στα σπλάχνα και λύσσαγε κι αυτός. Το κοινό παρακολουθούσε με δέος την σκηνή, θαυμάζοντας το μεγάλο ταλέντο του Μονάντερου στην τραγωδία.
   Ο Γιωργίτσης ή Μονάντερος ήταν πολυτάλαντος ηθοποιός, σοβαρός, αστείος, κωμικός, τραγικός, χορευτής, τραγουδιστής. Σε όλα τα θεατρικά του έργα εκτός από τον ρόλο του, αναλάμβανε τη σκηνοθεσία και την σκηνογραφία. Ήταν άκακος και αγνός, ποτέ δεν ήθελε να γίνει πλούσιος από το θέατρο.
Ήταν μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ηθοποιών και γνωριζόταν με πολλούς ηθοποιούς της Αθήνας. Μεταξύ πολλών θεατρίνων που είχε συνεργαστεί ήταν η γνωστή Αθηναία θεατρίνα Ζωζώ Νταλμάς και με τους καστρινούς οργανοπαίχτες αδελφούς Σπανακάκηδες. Τα μεταπολεμικά χρόνια του είχαν κάνει πολλές προτάσεις να παίξει σε ρόλους σε κινηματογραφικές ταινίες αλλά αυτός δεν δεχόταν.
   Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω στους ανθρώπους του πολιτισμού του Μεγάλου Κάστρου ότι από το 1989 που πέθανε αυτός ο μεγάλος θεατρίνος της Κρήτης, ξέχασαν να τον τιμήσουν και να ονομάσουν ένα δρόμο στο Ηράκλειο με το όνομά του. Επίσης θα έπρεπε και στις Γούβες μελλοντικά να τον τιμήσουμε ανάλογα.


Στη φωτογραφία σε θέατρο της Ρόδου τη δεκαετία του '50, δεξιά ο Μανόλης Γιωργιτσάκης, αριστερά οι οργανοπαίχτες αδελφοί Σπανακάκη, με μια θεατρίνα.



Ο Μανόλης Γιωργιτσάκης μεταμφιεσμένος σε θεατρική παράσταση με μια θεατρίνα τη δεκαετία του 1960.


Ο Γιωργιτσάκης μεταμφιεσμένος στο θέατρο “Όαση” του Ηρακλείου τη δεκαετία του '50, παίζοντας στο θεατρικό έργο “Η Λύσσα”.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 24/6/2016)

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Οι Σητειακοί είναι οι καλύτεροι αθρώποι τση Κρήτης

Οι Σητειακοί είναι οι καλύτεροι αθρώποι τση Κρήτης

Αναμφισβήτητα οι Σητειακοί είναι οι καλύτεροι άνθρωποι τση Κρήτης, που ποτέ δεν υπήρξαν ζωοκλέφτες, φονιάδες, ούτε καταπατητές και διχοτομιτές τση Κρήτης μας. Πάντοτε σχεδόν όλοι οι Σητειακοί δεν θέλουν να γίνουν πλούσιοι και δεν τους έχει κυριεύσει ο κατά φαντασίαν νεοπλουτισμός. Αυτά που τους αρέσουν είναι η λευτεριά, ο πολιτισμός, η ιστορία, η ανθρωπιά, οι παραδόσεις τους και τα έθιμά τους.
Οι Σητειακοί πάντοτε ήταν οι πιο ερωτικοί μαντιναδολόγοι της Κρήτης που τα παλιά χρόνια συχνοκουβέδιαζαν με αντικριστές ερωτικές μαντινιάδες. Και οι αθάνατες Σητειακές Κοντυλιές της νύχτας και των καντάδων είναι και αυτές πάρα πολύ ερωτικές.
Από τους περασμένους αιώνες στη Σητεία και στο νομό Λασιθίου οι λυράρηδες και οι βιολάτορες χρησιμοποιούσαν για συνοδευτικά τους όργανα νταούλια και κιθάρες, ενώ στην υπόλοιπη Κρήτη αυτά τα χρησιμοποίησαν στα συγκροτήματά τους τις τελευταίες δεκαετίες.
Τις γλυκιές και ερωτικές Σητειακές κοντυλιές τις έπαιζαν τα πιο παλιά χρόνια σε ολόκληρη την Ανατολική Κρήτη μέχρι την επαρχία Βιάννου, στην επαρχία Πεδιάδας και στην Ανατολική Μεσαρά. Τις τελευταίες δεκαετίες που επικράτησε σε ολόκληρη την Κρήτη η μουσική της Δυτικής Κρήτης, σχεδόν όλοι οι λυράρηδες δεν θέλουν να μάθουν να παίζουν Σητειακούς παραδοσιακούς σκοπούς και Σητειακές κοντυλιές. Γιατί;...
Αυτό που καταγγέλλω είναι ότι οι “γνωστοί-άγνωστοι”και αυτοί που τους ακολουθούν κατάφεραν τα τελευταία χρόνια με όλα τα μέσα και ξεβάφτισαν τον Καστρινό πηδηχτό και τον βάφτισαν “Μαλεβιζιώτη”, έτσι αυτοί και άλλοι προσπαθούν να κάνουν όλο τον πολιτισμό, την ποίηση και τη μουσική της Σητείας δικά τους, αλλά αυτό δεν θα το καταφέρουν ποτέ.
Αυτό που πρέπει να πιστεύουμε είναι ότι οι Σητειακοί δεν είναι Κρητικοί δεύτερης διαλογής γιατί και αυτοί έχουν προσφέρει πολλά για τη λευτεριά, τον πολιτισμό, την επιστήμη, την ποίηση, τη μουσική και την παράδοση. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι ότι κάθε πρωί περιμένουμε να βγει ο ήλιος από τους ευλογημένους τόπους των καλών Σητειακών ανθρώπων που σέβονται όλους εμάς τους Κρητικούς.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Ανατολή" στις 17/5/2016)


Στις 21/5/2016 πρέπει εμείς οι Γουβιανοί να κάνουμε για πρώτη φορά ένα τιμητικό μνημόσυνο στα Πελεκητά, εκεί που έχασε ο Χίτλερ την πρώτη μάχη πριν 75 χρόνια.

Στις 21/5/2016 πρέπει εμείς οι Γουβιανοί να κάνουμε για πρώτη φορά ένα τιμητικό μνημόσυνο στα Πελεκητά, εκεί που έχασε ο Χίτλερ την πρώτη μάχη πριν 75 χρόνια.

Εφέτος το 2016 συμπληρώνονται 75 χρόνια από τότε που έχασε ο Χίτλερ την πρώτη μάχη της Κρήτης στις Γούβες στα Πελεκητά και γι' αυτό το γεγονός έχουν γράψει πολλές φορές διάφοροι ιστορικοί. Σε αυτό το άρθρο κάνω ένα πολύ μικρό αφιέρωμα γι' αυτή τη νίκη των στρατιωτών μας.
Μία μέρα πριν πέσουν οι αλεξιπτωτιστές και στις Γούβες, οι Γερμανοί είχαν στείλει αεροπλάνα να περιπολήσουν στη περιοχή. Αμέσως οι στρατιώτες μας ανέβηκαν οπλισμένοι στις βουνοκορφές του Καρτερού, στο Κακό Όρος, στον Κοψά και στο Καλιβομούρι των Γουβών για να πολεμήσουν. Την ημέρα που έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές στις Γούβες, οι μισοί Γερμανοί προχώρησαν να καταλάβουν τις Γούβες και οι άλλοι προχώρησαν για να καταλάβουν το γνωστό κτίριο του Κρατικού Ασυρμάτου Γουρνών, που βρίσκεται λίγα μέτρα ανατολικά της κεντρικής εισόδου της πρώην Αμερικάνικης Βάσης.
Προχωρώντας οι Γερμανοί προς τον Ασύρματο, συνάντησαν στα Πελεκητά των Γουβών το μοναδικό κτίριο, την αποθήκη του Αντρέα Κατσικάκη-Μαυράκη, ή Κατσικαντρέα και νόμιζαν πως σε αυτό ήταν ο Ασύρματος. Παράλληλα οι στρατιώτες μας είχαν κατέβει από το Καλιβομούρι και ταμπουρώθηκαν στο Καμαράκι στα Πελεκητά για να μην μπορούν τα αεροπλάνα να τους βομβαρδίσουν. Μόλις τους αντιλήφθηκαν οι Γερμανοί, μπήκαν στην αποθήκη του Κατσικαντρέα και άρχισε η μάχη. Κάποια στιγμή πήραν φωτιά τα απύρια στην αποθήκη και οι Γερμανοί έβγαλαν μια λευκή σημαία από το παράθυρο για να δείξουν ότι παραδόθηκαν, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μπλόφα. Αμέσως βγήκαν οι στρατιώτες μας από το καμαράκι για να τους παραλάβουν. Όπως γράφει ο αείμνηστος Ιωάννης Μουρέλος στο βιβλίο του “Η Μάχη της Κρήτης” (Ηράκλειο 1946, Μέρος πρώτο, σελ. 138) “ο λοχίας Ορέστης Ανδρεαδάκης και ο δεκανεύς Νικόλαος Ζαχαριουδάκης, σκοτώθηκαν στην παράτολμη και ηρωική επιχείρηση της αγροικίας Κατσίκι και ο οπλοφόρος πολίτης Λεωνίδας Σοβατζής βρήκε το θάνατο στην ανακατάληψη του Κοκκίνη Χάνι.”
Σε εκείνη τη μάχη τραυματίστηκε ο Ανεπολιώτης Ιωάννης Χατζάκης ή Χατζής και ο Καλοχωριανός Βασίλης Ανδρωνάς, μα και οι δικοί μας στρατιώτες σκότωσαν πάνω από δέκα Γερμανούς, και έτσι έχασε ο Χίτλερ την πρώτη μάχη της Κρήτης, στις Γούβες στα Πελεκητά.
Εκείνη την ημέρα των μαχών σκότωσαν οι Γερμανοί στο Κοκκίνη Χάνι δύο Γουβιανούς πολίτες, τον Αντρέα Αρετάκη και τον Κωστή Σπυριδάκη.
Επίσης εκείνες τις μέρες τρία άοπλα Γουβιανά παλικάρια, ο Γιώργης Πεπονάκης του Κωνσταντίνου, ο Γιώργης Πεπονάκης του Εμμανουήλ, ο Μιχάλης Σαμπροβαλάκης του Χαραλάμπου αλλά και ο Κοξαριανός Γιώργης Τρυπάκης ή Μαραγκονάκης, έκαναν στις Γούβες στον Άγιο Κωνσταντίνο την απαγωγή του οπλοφόρου Γερμανού αξιωματικού Ότο Λούνερ. Στη συνέχεια τους πρόδωσε κάποιος που δεν ήταν Γουβιανός και τους εκτέλεσαν οι ναζί στον Καρτερό στις 6/8/1941 μαζί με τον Νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Τσατσαρωνάκη και τον βαρελοποιό από τον Άι Γιάννη του Ηρακλείου Κωνσταντίνο Παπαδάκη.

Φέτος το 2016 που συμπληρώνονται 75 χρόνια από αυτές τις μάχες της Κρήτης πρέπει για πρώτη φορά εμείς οι Γουβιανοί όλοι μαζί οι απλοί άνθρωποι, οι υπεύθυνοι, οι προύχοντες και οι κατά φαντασία νεοπλουτισμένοι να κάνουμε ένα μνημόσυνο στις 21/5/2016 στο γεφυράκι στα Πελεκητά για να τιμήσουμε όσους πολέμησαν και θυσιάστηκαν εκείνες τις ημέρες για εμάς και για τη νίκη τους στις Γουβες στα Πελεκητά.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" τον Μάιο του 2016)