Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Γιατί αγνοούν τους δύο Γουβιανούς ήρωες;

 Γιατί αγνοούν τους δύο Γουβιανούς ήρωες;

Μισό αιώνα περίπου προτείνω στις αρχές των Γουβών να φτιάξουν στις Γούβες στο Λιβάδι–πλατεία, δύο ανδριάντες στους Γουβιανούς εθνικούς αγωνιστές, Λεωνίδα Γεωργιάδη Λόγιο και στον Ιωάννη Κωνσταντινίδη. Πάρα πολλές φορές έχω προτείνει και στους συντοπίτες μου, τους Γουβιανούς και “φίλους μου”, να κάνουμε αυτούς τους ανδριάντες στις Γούβες. Αλλά ούτε αυτοί δεν δίνουν σημασία γιατί δεν τους ενδιαφέρει αυτό το εκκρεμές θέμα.
Το 2002-2003 κατόπιν σχετικών πιέσεών μου, ο Δήμος Γουβών αναγκάστηκε και ψήφισε στον προϋπολογισμό του 6000 ευρώ περίπου για τη φιλοτέχνηση αυτών των αγαλμάτων. Στη συνέχεια όμως πέρασαν τα χρόνια και ο Δήμος Γουβών με “νόμιμα δικαιώματα” αρνήθηκε να κάνει αυτά τα αγάλματα.
Γι’ αυτό εγώ αναγκάστηκα και πήγα στον δήμαρχο, του είπα αυτές τις πραγματικότητες και μου απάντησε πως πρέπει ο Δήμος Γουβών να κάνει έρευνες για να μάθει αν αυτοί οι αγωνιστές ήταν πατριώτες ή προδότες. Εγώ τον ρώτησα, αν αυτοί οι Γουβιανοί είναι πατριώτες τι θα γίνει και μου απάντησε πως στις Γούβες δεν έχει χώρους για να κάνουμε αυτά τα αγάλματα.
Κι εγώ του απάντησα πρόθυμα: «Μήπως οι Γούβες είναι ένα πολύ μικρό ξερονησιδάκι σαν το πορτοκάλι κι έχει γύρω γύρω θάλασσα και δεν έχει χώρο να κάνετε τα αγάλματα;». Έτσι λοιπόν έφυγα ταπεινωμένος και νικημένος από τον Δήμο Γουβών που τα κατάφερε “νόμιμα” να μην κάνει αυτούς τους ανδριάντες.  Εγώ όμως δεν σταμάτησα να το προτείνω στον Δήμο Γουβών και μετά στο Δήμο Χερσονήσου με πρωτοκολλημένες αιτήσεις να κάνουν αυτά τα αγάλματα.
Τελικά ο Δήμος Χερσονήσου αναγκάστηκε να μου απαντήσει με μια επιστολή ότι “ΘΑ”, που σημαίνει πως αυτό το “ΘΑ” έχει μια πορεία και μια απόσταση όσο απέχει η Γη από τον Άρη. Έτσι λοιπόν πάλι τα κατάφερε ο Δήμος Χερσονήσου με “νόμιμες διαδικασίες” και δεν έκανε τα αγάλματα. Στις 2/4/2016 έκανα στην εφημερίδα “Πατρίς” ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα στον Γουβιανό εθνικό αγωνιστή Λεωνίδα Γεωργιάδη Λόγιο.
Έγραφα σ’ ένα σημείο ότι αν συνεχίσει ο Δήμος Χερσονήσου να μην ενδιαφέρεται γι’ αυτό το εκκρεμές θέμα, θα πρέπει εμείς οι Γουβιανοί, όλοι μαζί οι απλοί άνθρωποι, οι υπεύθυνοι, οι προύχοντες και οι κατά φαντασίαν νεοπλουτισμένοι, να κάνουμε έναν παγκρήτιο πεζοδρομιομαραθώνιο για να φτιάξουμε τα δύο αγάλματα. Και όταν κάνουμε τα αποκαλυπτήρια θα καλέσουμε οπωσδήποτε τις αρχές του Δήμου Χερσονήσου να παρευρεθούν.
Αυτό όμως το ολοσέλιδο αφιέρωμα για τον Γουβιανό Λόγιο στην “Πατρίς” στις 2/4/2016, οπωσδήποτε το διάβασαν οι αρχές του Δήμου Χερσονήσου και αυτοί που τους ακολουθούν. Αλλά αδιαφόρησαν αν οι Γουβιανοί κάνουν ή δεν κάνουν αυτό τον παγκρήτιο πεζοδρομιομαραθώνιο για να μαζέψουν λεφτά να κάνουν αυτά τα αγάλματα. Τον Δήμο Χερσονήσου ποτέ δεν τον ενδιέφερε αυτό το θέμα γιατί αυτή η κατασκευή δεν θα “φέρει στο Δήμο Χερσονήσου ευρωμαζώματα, ψηφομαζώματα και ρουσφέτια”.
Δεν μπορώ να μην αναφέρω και να καταγγείλω πως ο Δήμος Χερσονήσου έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να απορρίψει όλα τα παραπάνω γραφόμενά μου και να μην κάνει ποτέ αυτά τα αγάλματα.
Αλλά κι εγώ έχω τα δικαιώματα να εκφράσω την άποψή μου πως ο Δήμος Χερσονήσου είναι ο μεγαλύτερος τουριστικός κερδοεισπράκτορας από τον Καρτερό μέχρι το Σίσι. Επίσης σε σύγκριση με τον πληθυσμό του είναι ένας από τους πλουσιότερους Δήμους της Ελλάδας και παρόλ’ αυτά δεν θέλει να διαθέσει χρήματα για τη φιλοτέχνηση αυτών των δύο αγαλμάτων.
Τελειώνοντας αυτό το δημοσίευμα, αίτημα και καταγγελία, ζητώ οπωσδήποτε από τον αξιοσέβαστο δήμαρχο Χερσονήσου, Ιωάννη Μαστοράκη, να μου απαντήσει από τον τοπικό Τύπο γιατί ο Δήμος δεν έκανε, δεν κάνει και “δεν θα κάνει” αυτά τα δυο αγάλματα στις Γούβες.



(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 9/11/2018)

Γιατί στη διακλάδωση Γουβών δεν χτίζουμε μια εκκλησία στο οικόπεδο της ενορίας;

 Γιατί στη διακλάδωση Γουβών δεν χτίζουμε μια εκκλησία στο οικόπεδο της ενορίας;

Πριν από μισό αιώνα περίπου ο αξέχαστος Γουβιανός Αλέξανδρος Γιαμαλάκης έκανε δώρο στην ενορία Γουβών ένα οικόπεδο στη διακλάδωση Γουβών για να χτίσουμε εκεί μια εκκλησία, γιατί σ’ αυτή την περιοχή δεν υπάρχει ούτε μια εκκλησία για ‘μας τους χριστιανούς ν’ ανάβουμε ένα κεράκι.
Από την ημέρα που μας έκανε δώρο αυτό το οικόπεδο ο Αλέκος Γιαμαλάκης, έπρεπε ν’ ανοίξουμε ένα τραπεζικό λογαριασμό να καταθέτει ο καθένας μας τον “οβολόν” του, που έτσι θα είχαμε χτίσει αυτή την εκκλησία πριν από λίγες δεκάδες χρόνια. Αυτές όμως τις προσπάθειες δεν τις κάναμε και δεν της κάνουμε γιατί ίσως μέσα στα μυαλά μας να επικρατεί η αδράνεια, η αδιαφορία, η πολυτέλεια, ή ημιμάθεια, ο εγωισμός και ο κατά φαντασία νεοπλουτισμός.
Έτσι μάλλον μισό αιώνα περίπου στις Γούβες δημιουργούμε μόνο αδικαιολόγητες δικαιολογίες και εμπόδια για να μη χτίσουμε αυτή την εκκλησία, όπως λέει και η λαϊκή παροιμία “όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει”. Για να μην έχουμε χτίσει στη διακλάδωση Γουβών αυτή την εκκλησία δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία και κανένα εμπόδιο.
Αυτό όμως που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι οι Γούβες είναι ένας τόπος κατά φαντασία νεοπλουτισμένος. Δηλαδή λεφτά υπάρχουν στις δεκάδες ορθόδοξες τουριστικές ανώνυμες εταιρείες που η καθεμιά αν δώσει λεφτά σε λίγους μήνες θα έχουμε κάνει τη θρόνιαση αυτής της εκκλησίας.
Αν όμως αυτές οι ανώνυμες εταιρείες δεν δώσουν λεφτά, πρέπει εμείς οι Γουβιανοί και οι φίλοι των Γουβών να κάνουμε ένα παγκρήτιο πεζοδρομιομαραθώνιο, να μαζέψουμε λεφτά να χτίσουμε αυτή την εκκλησία για να εκκλησιάζονται και ν’ ανάβουν τα κεράκια τους εκεί και τ’ αφεντικά  των τουριστικών ανώνυμων εταιρειών. Δυστυχώς όμως μισό αιώνα περίπου εγώ ό,τι προτείνω, ό,τι λέω και ό,τι γράφω για τον πολιτισμό των Γουβών δεν γινόταν, δεν γίνεται και δεν θα γίνεται, γιατί αυτά που προτείνω εγώ ποτέ δε γεμίζουν λεφτά τις τσέπες κανενός.
Γι’ αυτό και αυτή η εκκλησία δεν θα τη χτίσουμε ποτέ και πάντα θα δημιουργούμε αδικαιολόγητες δικαιολογίες και εμπόδια για να μην χτίσουμε αυτή την εκκλησία στη διακλάδωση Γουβών που την έχουμε ανάγκη. Τελειώνοντας θέλω να αναφέρω πως υπάρχουν πληροφορίες με επιφύλαξη ότι ο Αλέκος Γιαμαλάκης όταν έκανε αυτό το συμβόλαιο στην ενορία Γουβών, έβαλε όρο ότι “αν οι Γουβιανοί δε χτίσουν μια εκκλησία σε αυτό το οικόπεδο, να επανέλθει στα παιδόγγονά του”.


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 24/10/2018) 

Μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Γουβιανό λυράρη και τραγουδιστή Γιάννη Κουφαλιτάκη

 Μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Γουβιανό λυράρη και τραγουδιστή Γιάννη Κουφαλιτάκη.

Πολλές φορές έχω γράψει για το χωριό μου, τις Γούβες. Για την ιστορία του, τον πολιτισμό του και τους αξιόλογους ανθρώπους του. Η γουβιανή όμως συνείδησή μου με παρότρυνε ασταμάτητα να γράψω αυτό το μικρό αφιέρωμα στον αγαπητό και μεγάλο Γουβιανό λυράρη και τραγουδιστή Γιάννη Κουφαλιτάκη, που είναι παιδικός και αδελφικός μου φίλος που πάντα εμάς τους δύο μάς ενώνει η παραδοσιακή μουσική, ιστορία και ο πολιτισμός των Γουβών.
Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς του  έχει βγάλει πάνω από δέκα οργανοπαίχτες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες που αυτό σημαίνει ότι προέρχεται από την μεγαλύτερη γουβιανή μουσική οικογένεια. Ο παππούς του ο Λυπογιάννης Μαρκάκης ήταν πρώτος ξάδελφος του Γουβιανού εθνικού ποιητή και λυράρη Ιωάννη Κωνσταντινίδη (1848 – 1917).
Ο μεγάλος Γουβιανός λυράρης Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός ήταν αδελφός της μάνας του. Άλλοι σημαντικοί Γουβιανοί οργανοπαίχτες ήταν και είναι συγγενείς του, όπως ο Μαρκάκης Κωστής ή Κοντόχας βιολάτορας και τραγουδιστής, ο Πλευράκης  Στερεός βιολάτορας και λυράρης,  ο νέος, σημαντικός και ανερχόμενος  λυράρης  Νίκος  Μυλωνάκης  που είναι ανιψιός του, οι οργανοπαίχτες Μανώλης και Βαγγέλης Πλευράκης και άλλοι. Από τα χρόνια που πηγαίναμε στο δημοτικό σχολείο τον εκτιμούσα  γιατί ήταν καλαμπουρτζής, μερακλής και τραγουδιστής.
Όταν πηγαίναμε εκδρομές ο Γιάννης έβρισκε δύο ξυλαράκια που τα έπαιζε σαν λύρα και τραγουδούσε «τον αργαλειό του πραγματευτή» «όσο βαρούν τα σίδερα» και άλλα. Όταν στις εθνικές εορτές παίζαμε θεατράκια στο Δημοτικό Σχολείο Γουβών ο Γιάννης ήταν ο καλύτερος και γι’ αυτό τον λόγο τον αγαπούσαν οι δασκάλες και οι δάσκαλοι. Έτσι  από τα παιδικά του χρόνια φαινόταν ότι ήταν καλλιτέχνης. Από τότε ο μικρός Γ. Κουφαλιτάκης  μεγάλωνε δίπλα στις γουβιανές παρέες, στα γουβιανά γλέντια, στις γουβιανές καντάδες, μαζί με τους Γουβιανούς οργανοπαίχτες και μερακλήδες. Γι’ αυτό από μικρός ήταν αποφασισμένος να γίνει μεγάλος λυράρης.
Το 1963 περίπου, έφηβος  τότε, συγκέντρωσε 1000 δραχμές και πήγε με το λεωφορείο στο Ρέθυμνο στον οργανοποιό Σταγάκη και αγόρασε μια πολύ καλή λύρα και την έφερε στις Γούβες. Ενώ η κρητική μουσική μας παράδοση ήταν μέσα στο μυαλό του έφηβου Γιάννη, αμέσως άρχισε να αυτοσχεδιάζει με την λύρα του διάφορους σκοπούς  και χορούς της Κρήτης αλλά με τις συμβουλές του μπάρμπα του του Σπανού, και άλλοι Γουβιανοί οργανοπαίχτες  που έπαιζαν μαζί όπως ο μαντολινάρης και  πασαδόρος Γιάννης Γιαννουδάκης, ο λαουτιέρης Γιάννης Μπαριτάκης που τον συμβούλευαν συχνά  να πατάει το πόδι του κάτω για να μην χάνει το χρόνο στους  χορούς. Τα χρόνια εκείνα θυμούμαι  που έκαναμε  πρόβες με το Γιάννη, αυτός με την λύρα και εγώ με το λαούτο του αδελφού μου.  Μετά τα 18 του χρόνια ο Γιάννης άρχισε να παίζει σε πανηγύρια, σε γάμους, σε καντάδες στις Γούβες και σε άλλα χωριά.
Μετά πήγε φαντάρος και όταν απολύθηκε έγινε ανερχόμενος και γνωστός  λυράρης και στους τέσσερις νομούς της Κρήτης. Στη συνέχεια της καριέρας του έπαιξε στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη της Ελλάδος, της Ευρώπης και της Αμερικής. Από την αρχή της καλλιτεχνικής του καριέρας είχε παίξει επί σαράντα χρόνια με τους καλύτερους  λαουτιέρηδες της Κρήτης  όπως ο Μανώλης Λαρετζάκης,  ο Μαρκογιάννης, ο Μανιάς, ο Δημήτρης  Τσαγκαράκης, ο Δημήτρης Φουκάκης, ο Σαμόλης, ο Παπατσάρας και άλλοι.
Στις αρχές του 1980 έφτιαξε στις Γούβες, στον Άγ. Κων/νο το κρητικό κέντρο «ΚΟΥΦΑΛΙΤΗΣ» που ήταν απο τα πιο σημαντικά κρητικά μαγαζιά της Κρήτης, και το λειτουργούσε πάνω από 30 χρόνια. Παράλληλα ο Κουφαλίτης είχε ανοίξει ένα κατάστημα δίσκων και κασετών στην οδό Ζωγράφου, στο Μεγάλο Κάστρο.  Μετά από λίγα χρόνια έγινε αντιπρόσωπος, παραγωγός και επιμελητής δίσκων και κασετών στην μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία της Ελλάδος, την ΜΙΝΟΣ Ε.Μ.Ι. Έτσι με την επιμέλεια δίσκων του Γουβιανού λυράρη Κουφαλίτη δημιουργήθηκαν  πάρα πολλές επιτυχίες Κρητικών καλλιτεχνών.
Ο Γιάννης Κουφαλιτάκης ήταν ιδρυτικό μέλος  και πρώτος πρόεδρος  του «Παγκρήτιου συλλόγου καλλιτεχνών κρητικής μουσικής. Επίσης είχε κάνει πολλές  εκπομπές στην Ε.Ρ.Α. Ηρακλείου που παρουσίαζε πολλές μουσικές και τραγούδια πολλών καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής. Ένα καλοκαίρι ο Γιάννης είχε παίξει λύρα, βρακοφόρος στην Κρήτη και στην Μακεδονία στο θεατρικό έργο «Ο Γύπαρης» που ήταν πρωταγωνιστής ο μεγάλος  Έλληνας ηθοποιός Γιώργος Βελέντζας.
Από την πολλή εργατικότητά του και από τις πολλές υπεύθυνες δουλειές που κουλάντριζε δεν είχε  βγάλει πολλούς δίσκους όπως έπρεπε, ευτυχώς έβγαλε 4 δίσκους με μουσική, στίχο και τραγούδι δικό του. Σε ένα δίσκο του είχε κάνει μια ωραία ερωτική απαγγελία η μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια Χάρις Αλεξίου. Πριν 25 χρόνια περίπου, ο Γιάννης για να δημιουργήσει πολλά στον πολιτισμό και στην πρόοδο της περιοχής μας κατέβηκε υποψήφιος δήμαρχος στον πρώην Δήμο Γουβών και πήρε σχετικά ένα  μεγάλο ποσοστό ψήφων ο συνδυασμός του.
Αυτός ο αγαπητός Γουβιανός λυράρης είναι και πολύ καλός ψαράς, που εγω τον χαρακτηρίζω Τζέκα των Γουβών. Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι ήταν ο πιο αγαπητός εγγονός της γιαγιάς του της αείμνηστης Γουβιανής μαμής Αυγιονιάς Κουφαλιτάκη που σε προηγούμενο δημοσιέυμά μου έγραψα ότι στις Γούβες πρέπει να ονομάσουμε ένα δρόμο με το όνομά της και να της στήσουμε μια προτομή στο Λιβάδι για να την τιμούν οι Γούβες για πάντα.
Επίσης προτείνω να ονομάσουμε στις Γούβες ένα δρόμο με το όνομα “Γιάννης Κουφαλιτάκης, Γουβιανός λυράρης”. Πριν λίγα χρόνια ο Πολιτιστικός  Σύλλογος Γουβών βράβευσε τον Γιάννη, που τότε τον τίμησαν με την παρουσία τους και τα παιξίματά τους  πάρα πολλοί καλλιτέχνες από όλη την Κρήτη. Στο παρελθόν έχει  τιμηθεί και  βραβευτεί πολλές φορές για την προσφορά του στην κρητική  μουσική. Γιάννη να είσαι πάντα καλά, να χαίρεσαι ό,τι αγαπάς!

Γιάννη, που λύρα έπαιζες με τσοι πιτίδιους τρόπους
κι πεθυμιά σου ήτανε να αγαπάς τσ’ αθρώπους.


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 23/8/2018) 

Το Γουβιανό πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα στο πέρασμα των αιώνων

 Το Γουβιανό πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα στο πέρασμα των αιώνων.

Πριν από εκατοντάδες χρόνια, μέχρι τις μέρες μας γίνεται κάθε 27 του Ιούλη το Γουβιανό παραλιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα. Τα πιο παλιά χρόνια αυτό το πανηγύρι γινόταν με πρωτόγονες, παραδοσιακές και αγνές διαδικασίες. Την παραμονή αυτού του πανηγυριού μαζευόταν κόσμος και έκαναν οι ιερείς την εσπερινή λειτουργία στη χάρη του Αγίου Παντελεήμονα που ήταν και γιατρός. Σε αυτό το πανηγύρι ερχόταν άνθρωποι από όλα τα γύρω χωριά με τους στολισμένους γάιδαρους, τα μουλάρια και τα γιωργαλίδικα άλογα.
Εκεί μαζευόταν μικροπωλητές με ράντσα και πουλούσαν μικροπαίχνιδα και στρουφηχτές καραμέλες με μια χάρτινη μαντινάδα στη μέση που την αφιερώναμε ο ένας στον άλλο. Εκεί έρχονταν μικροχασάπηδες από διάφορα χωριά και πουλούσαν πεντανόστιμο καπρικό, εκεί συνήθως έρχονταν από το Ηράκλειο με ένα τρίκυκλο παγωτατζίδικο ποδήλατο και πουλούσαν παγωτά. Εκεί ερχόταν και κάποιος παπατζής με τους αβανταδόρους του. Πολλές φορές ερχόταν από τον Πόρο του Ηρακλείου ο Σόλων και μας νοίκιαζε ποδήλατα.
Και φωτογράφοι έρχονταν σε αυτό το πανηγύρι για να μας βγάνουν αναμνηστικές φωτογραφίες. Ακόμα και πολλές ενορίες από τον Νομό Ηρακλείου και Λασιθίου έρχονταν και έκαναν εράνους για να χτίσουν ναούς στους τόπους τους, τότε όμως ο κάθε πιστός που έδινε τον “οβολόν του” τού καρφίτσωναν στον μπέτη ένα δικό τους χαρτάκι για να μην του ξαναγυρεύουν λεφτά.
Σε αυτό το παραθαλάσσιο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, όταν η θάλασσα ήταν καλή ερχόταν από το λιμάνι του Μεγάλου Κάστρου κάποιο καΐκι και μας έκανε βόλτες, αλλά με το αζημίωτο. Εκεί ανατολικά από αυτό το ξωκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης τους περασμένους αιώνες λειτουργούσε το λιμανάκι που εκεί έρχονταν καϊκοβάπορα με πανιά και ατμομηχανές και έκαναν εμπορικές μεταφορές με τα προϊόντα που παρήγαγε η περιοχή που τα μετέφεραν στα νησιά και στο μεγάλο κάστρο γιατί δεν μπορούσαν να περάσουν  από το Κακό Όρος τα κάρα.
Εκεί νοτικά από αυτό το εκκλησάκι είχε χτισμένο ένα ατμοκίνητο ελαιοτριβείο η εταιρεία Λιαπάκης – Σταυρουλάκης για να κουβαλούν με τα καΐκια την πυρήνα στο τότε νέο πηρυνελαιουργείο “ΑΘΗΝΑ”.
Εκεί κοντά σε αυτό το ατμοκίνητο ελαιουργείο υπήρχαν και οι πολλοί μαγατσέδες, μικρές αποθήκες για να βάνουν μέσα τα διάφορα παραγόμενα προϊόντα της περιοχής που ήταν για πώληση προς το μεγάλο Κάστρο και τα νησιά. Από το 1925 που φτιάχτηκε η χωματένια εθνική οδός Χανιά-Σητεία γίνονταν οι μεταφορές από το Κακό Όρος με τα κάρα, έτσι εγκαταλείφθηκε αυτό το λιμανάκι και το ατμοκίνητο ελαιοτριβείο μεταφέρθηκε στις Γούβες.
Επιστρέφοντας σε αυτό το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα παρουσιάζω αυτά τα Γουβιανά μεταπολεμικά γλέντια. Μετά από τη Θεία Λειτουργία και το μοίρασμα των άρτων αυτού του πανηγυριού οι Γουβιανοί και οι καλεσμένοι τους οι πανηγυριώτες μαζεύονταν στους Γουβιανούς κήπους με τους μύλους, τα βληχάτα, τις στέρνες, τις καλύβες που έστρωναν χάμε κάποιο πανί, κάθονταν χάμω και έτρωγαν τα αγνά βρισκούμενα, όπως μπάμιες με πετεινό, καπρικό, βραστό με πιλάφι, μακαρόνια με τυρί, σαλάτες εμπλουτισμένες με γλιστρίδες, Γουβιανό κρασί και αχινούς για ορεκτικά.
Αμέσως πήγαιναν στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα που οι Γουβιανοί καφετζήδες είχαν κάνει πολύ μεγάλες καλύβες με πάγκους από μαδέρια και διοργάνωναν απογευματινά γλέντια μέχρι να βραδιάσει. Το απόγευμα πριν βασιλέψει ο Ήλιος μάζευαν οι οργανοπαίχτες τα κλαπατσίμπανά τους και πορευόμασταν με τα πόδια στις Γούβες, που εκεί διοργανώναμε τη νύχτα δύο γλέντια, ένα στο λιβάδι και ένα στου Τζαγκαρονικολη το μαγαζί.
Όταν το βράδυ γευματίζαμε στα σπίτια μας πηγαίναμε φαγωμένοι στα γλέντια να γλεντήσομε και να χορέψομε μέχρι το πρωί. Όταν πηγαίνανε οι οικογένειες στα γλέντια κερνούσαμε τις γυναίκες λουκούμια, υποβρύχιες βανίλιες, πορτοκαλάδες ΒΙΟΧΥΜ, φλοκιές και άλλα, οι άνδρες συνήθως πήγαιναν στα τεζιάκια και έπιναν ρακί με αστραγάλια, οι άλλοι κάθιζαν σε κάποια τραπέζια και έτρωγαν καπρικό με Γουβιανό κρασί.
Έτσι άρχιζαν αυτά τα γλέντια που εμείς οι <<ντελικανίδες>> τα περιμέναμε όλο το χρόνο να έρθει η μέρα του Αγίου Παντελεήμονα για να χορέψομε τους ανδρειωμένους Κρητικούς χορούς και το σεμνό ερωτικό χορό τανγκό με τις κοπελιές, που όταν χορεύαμε αυτό το τανγκό έλεγε κάποιος καβαλιέρος ΝΤΑΜ ΜΠΟΥΦΕ, που αυτό σήμαινε ότι πρέπει να κεράσουμε όλες τις ντάμες μας για να ενισχύσουμε τον καφετζή και μετά από λίγη ώρα έλεγε κάποιος ΝΤΑΜ ΛΥΡΑΡΗ, που αυτό σήμαινε ότι πρέπει να χαρίσομε λεφτά στους οργανοπαίχτες. Αυτό που δεν μπορώ να μην καταγγείλω είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες το τανγκό, τον σεμνό και ερωτικό χορό τον έχουν απαγορεύσει τα αφεντικά των Κρητικών γλεντιών και δεν θα ξαναχορευτεί ποτέ στα Κρητικά γλέντια. Γιατί;
Τελειώνοντας αυτό το μικρό αφιέρωμα στο Γουβιανό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα πρέπει να γράψω τα ονόματα των Γουβιανών και των άλλων λυράρηδων και βιολατόρων που έχουν παίξει σε αυτά τα γλέντια.
Των Γουβιανών οργανοπαιχτών, γράφω τα ονόματά τους ανά ηλικια:
Ο Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός, ο Καλιακάκης Αντώνης ή Καλιακαντώνης, ο Κωστής Μαρκάκης ή Κοντόχας, ο Στερεός Πλευράκης, ο μεγάλος Γουβιανός Λυράρης και τραγουδιστής Γιάννης Κουφαλιτάκης, ο νέος λυράρης Νίκος Μυλωνάκης και άλλοι οργανοπαίχτες από περιοχές της Κρήτης έχουν παίξει σε αυτό το Γουβιανό πανηγύρι, όπως: ο Νίκος Ξυλούρης, ο Βασίλης Σκουλάς, ο Γιώργος Κουμιώτης, ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, ο Ηρακλής Σταυρουλάκης, ο Γιώργης και ο Κωστής Βασιλάκης, ο Ζαχαρίας Μελεσανάκης και άλλοι.

Άγιε Παντελεήμονα,
κάνε τα θαύματά σου,
και πάντρευε τσι κοπελιές      
που ανάβουν τα κεριά σου.

Στην αναμνηστική φωτογραφία του 1951 διακρίνονται ο Άγιος Παντελεήμονας και οι μεγάλες καλύβες αυτού του πανηγυριού. Επίσης, φαίνονται από αριστερά οι Γουβιανοί νέοι: Γιώργης Σταυρουλάκης, Σταύρος Σταυρουλάκης, ο μικρός Θανάσης Αναγνωστάκης, ο Κωστής Μιχελάκης και ο Παναγιώτης Σταυρουλάκης



(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 27/7/2018) 

Μικρό αφιέρωμα στον Γουβιανό Μαστρογιώργη Μπαριτάκη (1909-1988)

 Μικρό αφιέρωμα στον Γουβιανό Μαστρογιώργη Μπαριτάκη (1909-1988) 

Πολλές φορές μου έχουν προτείνει οι παλιοί φίλοι του πατέρα μου, του Μαστρογιώργη Μπαριτάκη, να γράψω για την ζωή και την τέχνη του. Μα εγώ απέφευγα να γράψω για τον πατέρα μου γιατί μπορεί να έλεγαν ο Βαγγέλης θέλει να προβάλει τον πατέρα του για να έχει κάποιο ηθικό κέρδος.
Μα εγώ όμως πάντοτε προσπαθώ να γράφω την αλήθεια που είναι “πικρή” ευλογημένη και αθώα. Αλλά πάντα πιστεύω ότι δεν είναι κακό να γράφει κάποιος ένα μικρό αφιέρωμα στην μνήμη του πατέρα του να τον τιμά.
Ο πατέρας μου ο Μαστρογιώργης ή Μάστορας ήταν γιος του παππού μου του Λευτερογιάννη Μπαριτάκη που γεννήθηκε στις Γούβες το 1909  και ήταν πρωτότοκος γιος από τα τέσσερα παιδιά αυτής της οικογένειας που έμειναν ορφανά από μάνα πριν τα δέκα τους χρόνια. Το 1925 που πρωτοφτιαχνόταν η χωματένια εθνική οδός Σητεία-Χανιά, χτίζανε διάφορες πέτρινες καμάρες και καμαράκια. Τότε χτίζανε και τη μεγάλη πέτρινη καμάρα στις Γούβες στην πρώην εθνική οδό.
Τότε βρήκε ο παππούς μου ο Λευτερογιάννης τον αρχιχτίστη αυτής της γέφυρας, τον Ζαχαρία Μηλαθιανάκη και του είπε και πήρε μαζί του τον γιο του τον έφηβο Γιώργο Μπαριτάκη για να μάθει να πελεκά ρουκούνια που στη συνέχεια έμαθε να χτίζει πέτρες  σε άλλες γέφυρες της εθνικής οδού μέχρι τη μεριά της Δαμάστας -Μάραθου Ρεθύμνου. Ο Μαστρογιώργης είχε χτίσει μετά πολλές οικοδομές στις Γούβες, με πέτρες, τούβλα, έκανε και σοβάδες που ενώ τότε οικοδομές και οι δουλειές είχαν ελάχιστες. Αυτός αυτά τα χρόνια κατάφερε και ανέθρεψε τα έξι κοπέλια του.
Τα χρόνια του μεσοπολέμου ο Μαστρογιώργης αυτοδίδακτος, παραδοσιακός  “μηχανικός”, χτίστης περιζήτητος στα πυρηνελαιουργεία της Κρήτης που έχτιζε ατμολέβητες-καζάνια και τις καμινάδες τους, που αυτά ήταν οι βάσεις της λειτουργίας του κάθε πυρηνελαιουργείου.
Αυτά τα μακριά στρόγγυλα και περτσινοφτιαγμένα καζάνια των πυρηνελαιουργείων τα έφερναν τότε από την Γαλλία και από την Αγγλία, τα ξεφόρτωναν έξω από τα πυρηνελαιουργεία και έδιναν στον Μαστρογιώργη παλάνκα και εργάτες να τα μεταφέρει, να τα τοποθετήσει, να τα αλφαδιάσει και να χτίσει με πυρότουβλα τις φλογογέφυρες, φλογοδιαδρόμους που ο Ματρογιώργης έκανε τις φωτιές και περπατούσαν σαν με φυσική ροή από τα θερμαστήρια προς την κορυφή της κάθε καμινάδας.
Ο Μαστρογιώργης έχτιζε και επαγγελματικούς φούρνους που όταν πάθαιναν όλα αυτά τα χτισίματά του ζημιές από τις πολλές θερμοκρασίες αυτός έμπαινε μέσα στην πυρά επιδιορθώνοντάς τα για να επαναλειτουργούν. Η πιο τεχνική περηφάνια του πατέρα μου ήταν όταν έχτιζε τις καμινάδες κάθε πρωί που ανέβαινε στην κορυφή, τις ταρακουνούσε και όταν κουνιόταν κανονικά έλεγε η ανέγερσή τους ήταν καλή.
Ο Μαστρογιώργης ήταν και μαντολινάρης τραγουδιστής και μπασαδόρος των Γουβιανών λυράρηδων, του Σπανού και του Καλιακαντώνη. Πάντα ήταν σεμνός και φιλομαθής και όσοι τον έκαναν παρέα, πάντα τους έκανε να μάθουν κάτι έξυπνο, ακόμα στα γερατειά του όταν καθόταν στα καφενεία των Κάτω Γουβών, είχε στην τσέπη του ένα ραδιοφωνάκι να ακούει τις ελληνικές και παγκόσμιες ειδήσεις και όταν τύχαινε στα χέρια του κάποια εφημερίδα ή περιοδικό έλυνε τα σταυρόλεξα τους. Ο Μαστρογιώργης σε όλη του τη ζωή δεν ήθελε να γίνει πλούσιος και ποτέ δεν ήθελε να γίνει εργολάβος.


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 11/5/2018) 

Ο αξέχαστος Γουβιανός λυράρης Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός (1900-1978)

 Ο αξέχαστος Γουβιανός λυράρης Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός (1900-1978)

Με θέληση, μπόρεση και επιθυμία αποφάσισα να γράψω αυτό το μικρό αφιέρωμα στον αξέχαστο καλό και σεμνό Γουβιανό λυράρη Μιχάλη Μαρκάκη ή Σπανό, σαν ελάχιστο φόρο τιμής. Η καταγωγή του ήταν από τις Γούβες. Ο πατέρας του ο Λυπογιάνης Μαρκάκης ήταν πρώτος ξάδερφος του Γουβιανού εθνικού ποιητή και λυράρη Ιωάννη Κωνσταντινίδη (1848-1917). Κάποτε ρώτησα τον Σπανό “Μπάρμπα Μιχάλη, μα ποιος σε έμαθε λύρα, και εκείνος μου απάντησε: “Εμένα μου αρμήνευε ο μπάρμπας μου ο Κωνσταντινίδης όταν ερχότανε στις Γούβες, αλλά με επηρέασαν για να μάθω λύρα και άλλοι παλιοί λυράρηδες της περιοχής, ακόμη και ο Τούρκος λυράρης ο Ισμαήλης που παίζω δυο-τρεις σκοπούς του”. Αυτός ο Γουβιανός και σεμνός λυράρης ήταν πασίγνωστος εκτός από τις Γούβες, στα γύρω χωριά, στην επαρχία πεδιάδας, στο Οροπέδιο Λασιθίου και αλλού.
Τις κεντρικές δεκαετίες του περασμένου αιώνα στις Γούβες είχαμε δύο λυράρηδες τον Σπανό και τον Καλιακαντώνη που αυτοί ήταν τα “ραδιόφωνα”, οι “τηλεοράσεις” και οι “δίσκοι” και οι ελπίδες για κάθε διασκέδαση. Τα χρόνια εκείνα ο Σπανός και ο Καλιακαντώνης δεν τραγουδούσαν γιατί τότε οι Γουβιανοί γλεντιστάδες τραγουδούσαν τόσο πολύ που δεν τους άφηναν να τραγουδούν, έτσι συνήθισαν και  δεν τραγουδούσαν.
Ο αξέχαστος Γουβιανός λυράρης Μιχάλης Μαρκάκης ή Σπανός ήταν πολύ παθιασμένος με την λύρα του και την κρητική μουσική, όταν έπαιζε σε γλέντια, γάμους και καντάδες η μουσική της βιολόλυρας του ήταν γλυκιά. Συνήθως έπαιζε πεδιαδίτικες και στειακές κοντυλιές, συρτά, πεντοζάλια, καλαματιανά και άλλους παλιούς σκοπούς που δεν έχουν καταγραφεί, επίσης έπαιζε πολύ σωστά τον πηδηχτό, που όπως έλεγαν τότε έπαιζε πάνω από 70 γυρίσματα αυτού του ανδρειωμένου πηδηχτού. Όταν έπαιζε ο Σπανός αυτόν τον Καστρινό πηδηχτό, πάντα έπαιζε με την βιολόλυρα του ασκομαντούρα και ξεφάντωναν οι χορευτάδες.
Τις κεντρικότερες δεκαετίες του περασμένου αιώνα ο πιο βασικός συνεργάτης του Σπανού και του Καλιακαντώνη ήταν ο πατέρας μου ο Μαστρογιώργης Μπαριτάκης, μαντολινάρης και τραγουδιστής. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι βασικοί συνεργάτες του Σπανού ήταν ο ανιψιός του ο καλός βιολάτορας και τραγουδιστής ο Κωστής Μαρκάκης ή Κοντόχας. Ο αδερφός μου Γιάννης Μπαριτάκης, λαουτιέρης και τραγουδιστής, ο ανιψιός του ο βιολάτορας και λυράρης Στερεός Πλευράκης και άλλοι Γουβιανοί οργανοπαίχτες είχαν παίξει με τον Σπανό σε γλέντια και παρέες όπως ο Γιάννης Γιαννουδάκης, ο Παυλής ο Δετοράκης, ο Νίκος ο Μαυράκης ή Σκουντής και άλλοι.
Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω τον αγαπητό και πρώτο ανιψιό του Σπανού, τον μεγάλο λυράρη και τραγουδιστή Γιάννη Κουφαλιτάκη που στην καλλιτεχνική του καριέρα ήταν διδαγμένος και επηρεασμένος από τα παιξίματα του μπάρμπα του, του Σπανού, ιδιαίτερα στον πηδηχτό. Από το γενεαλογικό δέντρο της γουβιανής οικογένειας του Σπανού και των Μαρκάκηδων βγήκαν πάνω από δέκα οργανοπαίχτες επαγγελματίες και ερασιτέχνες που σχεδόν όλοι είχαν επηρεαστεί από το σεμνό και καλό λυράρη μπάρμπα τους, τον Σπανό, και γράφω τα ονόματα τους ανά ηλικία.

1) ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ  Ποιητής, Λυράρης
2) ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ Ή ΣΠΑΝΟΣ  Λυράρης
3) ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ Ή ΚΟΝΤΟΧΑΣ  Βιολάτορας, Τραγουδιστής
4) ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ  Βιολάτορας
5) ΣΤΕΡΕΟΣ ΠΛΕΥΡΑΚΗΣ Λυράρης, Βιολάτορας
6) ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΦΑΛΙΤΑΚΗΣ Λυράρης, Τραγουδιστής
7) ΜΙΧΑΛΗΣ  ΜΑΡΚΑΚΗΣ ΤΟΥ ΚΟΝΤΟΧΑ Μαντόλα, Μαντολίνο, Μπουλγάρι, Ασκομαντούρα
8) ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΛΕΥΡΑΚΗΣ Κιθαρίστας, Τραγουδιστής
9) ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΛΕΥΡΑΚΗΣ Μπουζούκι, Μαντολίνο, Λαούτο
10) ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΛΤΕΖΑΚΗΣ Μπουζούκι, Μαντολίνο
11) ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΩΝΑΚΗΣ Λυράρης, Τραγουδιστής

Αυτός ο Γουβιανός λυράρης ο Σπανός αγαπούσε πολύ την γυναίκα του την Μαρία και όλους τους Γουβιανούς, ιδιαίτερα τους μερακλήδες και συμβούλευε τους νέους Γουβιανούς οργανοπαίχτες να παίζουν παλιούς σκοπούς. Στην πορεία της ζωής του ο μπαρμπα-Μιχάλης δεν έγραψε δίσκους, ευτυχώς όμως έχουν μαγνητοσκοπήσει ορισμένους σκοπούς από την λύρα του που ακούγεται ότι σύντομα θα τους κυκλοφορήσουν σε CD.
Δεν μπορώ να μην προτείνω σε όλους τους χωριανούς μου  τους Γουβιανούς και ιδιαίτερα στους εναπομείναντες Γουβιανούς οργανοπαίχτες μερακλήδες και χορευτές να μαζευτούμε ένα βράδυ σε ένα  γουβιανό καφενείο -Ντουκιάνι, να πιούμε έστω μια ρακί με δυο αστραγάλια, να παίξουμε τους σκοπούς του Σπανού, να τραγουδήσουμε, να χορέψουμε στην μνήμη του γιατί εμείς οι Γουβιανοί της τρίτης ηλικίας ανατραφήκαμε, μεγαλώσαμε και διασκεδάζαμε με την λύρα και την μουσική του Σπανού.
Τελειώνοντας αυτό το μικρό αφιέρωμα στον αξέχαστο λυράρη μας, τον Σπανό, προτείνω σε εμάς τους Γουβιανούς, ότι πρέπει εμείς όλοι μαζί, να προτείνουμε στις Αρχές των Γουβών, να ονομάσουν ένα δρόμο με το όνομα, “ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ Ή ΣΠΑΝΟΣ, ΓΟΥΒΙΑΝΟΣ ΛΥΡΑΡΗΣ”


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 16/4/2018) 

Η αξέχαστη Γουβιανή μαμή Ευγενία Γ. Κουφαλιτάκη (1890-1971)

Η αξέχαστη Γουβιανή μαμή Ευγενία Γ. Κουφαλιτάκη (1890-1971) 


Με σεβασμό και εκτίμηση προς την αείμνηστη Γουβιανή μαμή Αυγιονιά Κουφαλιτάκη, αποφάσησα να γράψω ένα μικρό αφιέρωμα στην μνήμη της σαν ελάχιστο φόρο τιμής.
Επειδή το σπίτι του πατέρα μου ήταν πολύ κοντά στο σπίτι της Αυγιονιάς ανατράφηκα και μεγάλωσα κοντά της και με αγαπούσε όπως όλα τα γειτονάκια και όλες τις Γουβιανές και τους Γουβιανούς. Ιδιαίτερα όμως αγαπούσε τα εγγόνια της, τα κοπέλια του γιού της του Μανώλη Κουφαλιτάκη.
Αυτή η Γουβιανή μαμή είχε χάσει τον άνδρα της από καρδιακό επεισόδιο και ήταν πάντα μαυροντυμένη, με μαύρο τσεμπέρι μέχρι που πέθανε. Ηταν ψηλή, μετρημένη, σοβαρή, μεγαλοπρεπής, αξιοσέβαστη, αξιέπαινη και αξιότιμη γυναίκα. Πάνω από μισό αιώνα και μέχρι τη δεκαετία του 1960 όλες οι εγκυμονούσες των Γουβών και πολλές άλλες από τα γύρω χωριά ήλπιζαν σε αυτή τη Γουβιανή μαμή να τις ξεγεννήσει.
Ανά πάσα στιγμή την καλούσαν και πήγαινε πρόθυμα στα σπίτια τους και τις ξεγεννούσε σαν να ήτανε η καλύτερη μαμογιατρός. Η σεμνότητα και η μεγαλοπρέπεια αυτής της Γουβιανής μαμής ήταν μεγάλη, ποτέ δεν ζήτησε λεφτά ή κάτι άλλο όταν ξεγεννούσε τις εγκυμονούσες.
Πάνω από μισό αιώνα και τα χρόνια της μαύρης Γερμανικής Κατοχής η Αυγιονιά Κουφαλιτάκη ήταν η μεγαλύτερη ελπίδα για την κάθε Γουβιανή εγκυμονούσα για να την ξεγεννήσει και να λευτερωθεί αυτή και το κοπέλι της. Η προσφορά αυτής της Γουβιανής μαμής ήταν ανεκτίμητη γιατί πάντα έκανε το καθήκον της όπως της έλεγε η ανθρωπιά της και η συνείδησή της, χωρίς διακρίσεις.
Τα χρόνια εκείνα, της φτώχιας και των κακουχιών και στις Γούβες οι γυναίκες έκαναν πολλά κοπέλια που ορισμένα πέθαιναν σε μικρή ηλικία γιατί δεν υπήρχαν ειδικά φάρμακα και σύγχρονα ιατρικά μέσα. Μέχρι να ζω θα έχω μεγάλη εκτίμηση, σεβασμό και χρέος στην αείμνηστη γειτόνισσα και συμπεθέρα μου, τη μαμή Αυγιονιά Κουφαλιτάκη διότι ξεγέννησε την μάνα μου έξι φορές.
Η Αυγιονιά Κουφαλιτάκη, αγαπούσε πάρα πολύ τα εγγόνια της τα οποία παρότι έμεναν στην κάτω γειτονιά των Γουβών και εκείνη στην πάνω γειτονια την επισκέπτονταν πολύ συχνα χωρίς να τα εμποδίζει η απόσταση. Την αξέχαστη Αυγιονιά την αγαπόυσε πιο πολύ απ’ όλους ο μικρότερος εγγονός της, ο μεγάλος Γουβιανός Λυράρης και τραγουδιστής, ο Γιάννης Κουφαλιτάκης που ειναι ο μαναδικός από τα 5 εγγόνια της που της μοιάζει. Γι’ αυτό  ο Γιάννης βάπτισε την μεγάλη του κόρη Ευγενία, το όνομα της γιαγιάς του.
Μα όσα και να γράψω γι’ αυτήν τη Γουβιανή μαμή θα είναι λίγα. Με απλό τρόπο όμως προτείνω στους συντοπίτες μου, τους Γουβιανούς, να κάνουμε στις Γούβες ένα μνημόσυνο, να ανάψουμε ένα κεράκι στην μνήμη της να την τιμήσουμε, να ονομάσουμε έναν δρόμο στις Γούβες με το όνομά της. Και να κάνουμε στις Γούβες, στο Λιβάδι, μια προτομή με τη  μορφή της, και με αυτόν τον τρόπο οι Γούβες θα την τιμούν πάντα.


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίς" στις 26/2/2018)