Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Στη διακλάδωση Γουβών έχασαν οι Γερμανοί την τελευταία μάχη στην Κρήτη.

Στη διακλάδωση Γουβών έχασαν οι Γερμανοί την τελευταία μάχη στην Κρήτη

Γράφει ο Βαγγέλης Γ. Μπαριτάκης
Μετά από 60 χρόνια γράφεται για πρώτη φορά στην εφημερίδα “Πατρίς” για την τελευταία μάχη που έχασαν οι Γερμανοί στρατιώτες στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην διακλάδωση Γουβών τον Οκτώβρη του 1944.
Τώρα ζούνε στις Γούβες γέροι Γουβιανοί που θυμούνται και αφηγούνται ακόμη με ζωντανές μαρτυρίες αυτή την ήττα και την αποτυχία των Γερμανών στρατιωτών και για την μάχη που έχασαν στην διακλάδωση Γουβών τον Οκτώβρη του 1944.
Αυτή η ιστορική περιπέτεια άρχισε την προηγούμενη μέρα όταν οπισθοχωρούσε μια μεγάλη γερμανική φάλαγγα από την μεριά της Χερσονήσου προς τις Γούβες για το Ηράκλειο, μπροστά προχωρούσαν μοτοσυκλετιστές, μετά ακολουθούσαν στρατιωτικά αυτοκίνητα φορτωμένα στρατιώτες και συνέχιζε η φάλαγγα με κινητά κανόνια σαν να παρέλαζαν οι νικημένοι Γερμανοί στρατιώτες.

Οπως προχωρούσε αυτή η φάλαγγα από την μεριά της Χερσονήσου μετά από τον Αποσελέμη στο Γουβιανό Κάμπο απότομα εμφανίστηκαν πίσω από το γουβιανό βουνό Εδέρι δύο στρατιωτικά ενεξέλεγκτα αεροπλάνα και έρριξαν πολλούς πυροβολισμούς και βόμβες πάνω στην Γερμανική φάλαγγα έτσι που ήταν βορβαδισμένοι. Αυτή η Γερμανική φάλαγγα συνέχισε τη οπισθοχώρηση της προς το Ηράκλειο. 

Οι Γερμανοί όμως στρατιωτικοί αγρίεψαν γι’αυτό το βορβαδισμό που τους έκαναν να εκδικηθούν εμάς δηλαδή να μας ανατινάξουν στην μεγάλη γέφυρα του Αποσελέμη να κόψουν την συγκοινωνία της Κρήτης στα δύο έτσι θα γινόταν στην γέφυρα του Αποσελέμη μια νέα ανατίναξη από τους Γερμανούς παρόμοια με του Γοργοποταμου. Αυτή την απόφαση για την ανατίναξη της γέφυρας του Αποσελέμη δεν την ήξερε κανείς.


Στη φωτογραφία η ιστορική γέφυρα του Αποσελέμη που το 1944 οι αντάρτες του ΕΛΑΣ απέτρεψαν τους Γερμανούς στρατιώτες από το να την ανατινάξουν. Στο τέλος της δεκαετίας του '50 εμείς οι Έλληνες την καταστρέψαμε, ανεπανορθωτο λάθος.

Το δημοτικό σχολείο Γουβών που το χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί στην κατοχή και σαν μα μαγειρείο και δεν του δημιούργησαν βλάβες. Αντιθέτως μετά το 2000 με τις ευλογίες του Δήμου Γουβών αφαίρεσαν πάνω από το γραφείο του σχολείου τέσσερα πέτρινα έργα τέχνης που δεν έπρεπε.



Τα ξημερώματα της επομενης μέρας του βομβαρδισμού της Γερμανικής φάλαγγας ήρθαν στις Γούβες μια διμοιρία στρατιώτες του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Γουβιανό Ηρακλειώτη λοχία Γιώργη Πιτσιδιανό γιατί αυτός είχε πάρει διαταγή ότι εκείνο το πρωϊνό θα ανατίναζαν την γέφυρα του Αποσελέμη και πρέπει πάση θυσία να πολεμήσουν τους Γερμανούς αυτοί οι στρατιώτες να μην ανατινάξουν αυτή τη γέφυρα.


Ο Γουβιανοκαστρινός Γιώργης Πιτσιδιανός, δημοσιογράφος - σεναριογράφος και λοχίας του ΕΛΑΣ που διοργάνωσε αυτή τη μάχη και τη νίκη στις Γούβες, για να μην ανατινάξουν οι Γερμανοί τη γέφυρα του Αποσελέμη. Φωτογραφία από το βιβίο μου "Γούβες 1940-44".


Ο λοχίας Γιώργης Πιτσιδιανός είχε πολλούς συγγενείς και φίλους στις Γούβες και τον καλωσόρισαν. Τους εξήγησε πως θα γίνει αυτή η μάχη και αντίσταση ορισμένοι Γουβιανοί συμπαραστάθηκαν και βοήθησαν αυτούς τους στρατιώτες ενώ και στις Γούβες υπήρχε αυτό τον καιρό φτώχια. Οι Γουβιανοί Λυδάκης, Παναγιώτης ή Χαρτοπαναγιώτης, ο Περκατσούνης Παναγιώτης και ο Μιχελάκης Κωστής βρήκαν ψωμί και μαγείρεψαν μελιτζάνες με πατάτες εκεί στο Γουβιανό κάμπο για να φάνε οι στρατιώτες.

Έτσι με διάφορους τρόπους οι Γουβιανοί συμπαραστάθηκαν μέχρι τέλος αυτής της μάχης στους Κρητικούς στρατιώτες.
Για την αντίσταση αυτής της μάχης συζήτησα τον Μάιο του 2000 με ένα στρατιώτη που πολέμισε εκεί στη διακλάδωση Γουβών τον Σίμο Συμεωνίδη παλιό και γνωστό ζαχαροπλάστη στο μεγάλο κάστρο.

Στη φωτογραφία αριστερά ο Μπαριτάκης Βαγγέλης και δεξιά ο Σίμων Συμεωνίδης, συζητούν για τη μάχη στη διακλάδωση Γουβών.

Αυτήν την συζήτηση την έχω πρωτοδημοσιεύσει στο βιβλίο μου “Γούβες 1940-44” που σε αυτή τη συζήτηση μου τα είπε όλα ο μακαρίτης ο μπάρμπα Σίμος.
Μπαριτάκης Βαγγέλης
Ερ.: Μπάρμπα -Σίμο, σήμερα ήρθα επαέ στο σπίτι σου στις Κάτω Γούβες με καλοδέχτηκες ήπιαμε ρακί, φάγαμε αγκινάρες, κουκιά, ελιές και άλλους νόστιμους μεζέδες που είχε φτιάξει η γυναίκα σου και σε ευχαριστώ πολύ. Εγώ όμως ήρθα επαέ για να σε ρωτήξω πως εσείς οι αντάρτες του ΕΛΑΣ επιάσατε τσοι Γερμανούς στη διακλάδωση των Γουβών.
Συμεών Συμεωνίδης
Απαντ.: Εμείς παιδί μου Βαγγέλη εσύραμε πολλά την Κατοχή αφιλοκερδώς πολεμούσαμε τσοι Γερμανούς με στερήσεις, φτώχεια, πείνα και κινδύνους στα βουνά της Κρήτης.
Μ.Β.: Μα εγώ θέλω να μου πεις πως πιάσατε τσοι Γερμανούς στις Γούβες.
Σ.Σ.: Εμείς Βαγγέλη αυτές τις μέρες είμαστε στη Βιάννο και στην Εμπαρο στα βουνά, μετά είχαμε φύγει από εκεί και πήγαμε στο Καστέλι Πεδιάδος που κάναμε μια μάχη με τους Γερμανούς και σκοτώσαμε το Γερμανό διοικητή στο Καστέλι. Μετά πήρε μια διαταγή ο διμοιρίτης μας ο λοχίας Γιώργης Πιτσιδιανός να πάμε στις Γούβες. Ξεκινησαμε την νύχτα με τα πόδια από τα βουνά του χωριού Ξυδά. Ο Πιτσιδιανός κρατούσε τα χαρτιά σε κάθε τόπο και χωριό και κατέγραφε την πορεία μας.
Μ.Β.: Μπάρμπα -Σίμο, πόσα άτομα είσαστε σε αυτήν την αποστολή, θυμάσαι πως τους λέγανε τους συναγωνιστές σου;
Σ.Σ.: Εμείς είμαστε 12 νομάτοι μαζί με το λοχία Γιώργη Πιτσιδιανό. Μετά από τόσα χρόνια εγώ δεν θυμούμαι τα ονόματά τους. Τα έχω ξεχάσει γιατί η μνήμη μου δεν πάει καλά. Μόνο το Γιώργη Πιτσιδιανό θυμούμαι. Σεμνός, μορφωμένος, αθλητής και δημοσιογράφος τα μεταπολεμικά χρόνια στην εφημερίδα “Πατρίς”. Αυτούς που θυμούμαι ήταν 3 από το νομό Λασιθίου, μάλλον από τη Γεράπετρο ήταν 40-50 χρονών, πολλοί καλοί άνθρωποι. Εμείς δεν ξέραμε γιατί πηγαίναμε στις Γούβες. Ο Πιτσιδιανός που είχε τα χατιά ήξερε ότι αυτή τη μέρα θα ανατίνασαν οι Γερμανοί την γέφυρα του Αποσελέμη για εκδίκηση γιατί πριν ένα δύο μέρες είχαν βορβαδίσει στις Γούβες οι Εγγλέζοι τη γερμανική φάλαγγα. Εμείς όταν φτάσαμε στη διακλάδωη Γουβών τις πρωϊνές ώρες κάναμε περιπολία για να αναγνωρίσομε την περιοχή και βλέπαμε χάμω στη γη οβίδες διάφορες πομπές που τις είχαν ρίξει τις προηγούμενες μέρες οι Εγγλέζοι όταν βορβαδίσανε τη γερμανική φάλαγγα που πήγαινε στο Ηράκλειο. Τότε μας λέει ο Πιτσιδιανός, ρε παιδιά να μην σκαλίζετε τις οβίδες γιατί θα σκοτωθούμε. Εκείνη τη μέρα όσοι Γουβιανοί ήταν στην περιοχή της διακλάδωσης Γουβών μας βοήθησαν, μας συμπαραστάθηκαν σε αυτή την αντίσταση. Εμείς από τις πρωϊνές ώρες πιάσαμε τα πόστα στην περιοχή με στόχο να βάλομε τους Γερμανούς στη μέση να τους σκοτώσουμε.
Εγώ ήμουν δυτικά από την Καμάρα, σκοπός στις 10 η ώρα περίπου το πρωί. Αντιληφθηκα από μακριά ότι έρχονται οι Γερμανοί από τη χώρα με τρεις μοτοσυκλέτες, η μια τρίκυκλη με καλάθι στο πλάι που καθόταν απάνω 3 και 2 στη μονή μηχανή. Αμέσως ειδοποίησα τους άλλους και είμαστε έτοιμοι σε θέση μάχης. Οι Γερμανοί πάνω στις μοτοσυκλέτες ήταν οπλισμένοι με ταχυβόλα. Δεν ήξεραν όμως ότι πήγαιναν ξυπόλυτοι στα αγκάθια. Ακριβώς στη διακλάδωη Γουβών εμείς τους πυροβολήσαμε εν ψυχρώ. Αμέσως σήκωσαν τα χέρια ψηλά και μας παραδόθηκαν. Μετά από λιγη ώρα ήρθε και άλλη μια μοτοσυκλέτα. Εγώ ήμουν λίγο πιο ανατολικά από την διακλάδωση Γουβών σ’ένα αμπέλι μέσα στις κουρμούλες και είχα ένα όπλο του 1918 μάουζερ. Αμέσως μόλις είδα τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα πυροβολώ και τρυπώ το πόδι του Γερμανού διαμπερές. Αμέσως σηκώνουν τα χέρια ψηλά οι Γερμανοί και παραδόθηκαν. Ετσι εμποδίσαμε τους Γερμανούς και δεν ανατίναξαν τη γέφυρα του Αποσελέμη.
Μ.Β.: Οταν παραδόθηκαν οι Γερμανοί εσείς τί τους κάνατε;
Σ.Σ.: Τους Γερμανούς τους παρέδωσε ο επικεφαλής μας στους Εγγλέζους. Εγώ δε θυμούμαι πού τους πήγαν και τί τους έκαναν.
Εμείς πήραμε τα όπλα και τις σφαίρες τους. Εγώ πήρα ένα περίστροφο. Τότε με βλέπει ο λοχίας Πιτσιδιανός και χαμογέλασε και μου είπε: “Ρε Σίμο εμένα θα δώσεις το περίστροφο που είμαι επικεφαλής, εσύ θα πάρεις το ταχυβόλο.
Μ.Β.: Τις μοτοσυκλέτες των Γερμανών τί τις κάνατε;
Σ.Σ.: Εμείς δεν τις πήραμε. Μάλλον τις πήραν οι Γουβιανοί σαν λάφυρα.
Μ.Β.: Μετά από όλη αυτή την πραγματικότητα εσείς οι αντάρτες τί κάνατε.
Σ.Σ.: Δύο τρεις Γουβιανοί μας έφεραν φαγητό και φάγαμε. Μετά το μεσημέρι μας πήγαν στο χωριό και μας κάνανε τραπέζι ό,τι είχε ο καθένας, ήπιαμε και γουβιανό κρασί. Πολύ καλά περάσαμε.
Μ.Β.: Θυμάσαι μπάρμπα-Σίμο τους Γουβιανούς που σου έκαναν τραπέζι;
Σ.Σ.: Δε θυμούμαι ούτε πώς τους λέγανε. Αυτούς που θυμούμαι ήταν ο Κωστής Λυδάκης ο τυφλός της Αλβανίας, ένα ψηλό δάσκαλο τον Αντώνη Καπετανάκη. Μετά τους αποχαιρετήσαμε και πήγαμε στο Καστέλι.
Μ.Β: Εσύ Σίμο είχες ξαναέρθει στις Γούβες σαν αντάρτης;
Σ.Σ.: Οχι δεν ήρθα ποτέ.
Σ.Σ.: Μετά που τέλειωσε ο γερμανικός πόλεμος, τί έκανες τα όπλα σου.
Μ.Β: Τα πήρε ο πεθερός μου και τα χωμάτισε στο αμπέλι στη Φοινικιά;
Μ.Β.: Από το 1960 που έχεις χτισει το σπίτι σου στις Κάτω Γούβες οι Γουβιανοί ξέρουν ότι εσύ είχες λάβει μέρος σ’αυτή τη μάχη στη διακλάδωση Γουβών;
Σ.Σ.: Εγώ είχα δίπλα στο εξοχικό μου ένα καλό φίλο περβολάρη το Μανόλη Κουφαλιτάκη, ο Θεός να τον συγχωρέσει· είχαμε κάνει πολλές παρέες και του είχα πει τότες: “Μανωλάκη κι εγώ είχα λάβει μέρος στη διακλάδωση Γουβών όταν συλάβαμε τους Γερμανούς και πέστο στους χωριανούς σου”.
Γούβες Μάης 2000”
Δημοσιευμένο στην Εφημερίδα “Πατρίς”


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου