Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΣΤΙΣ ΓΟΥΒΕΣ ΣΤΑ ΠΕΛΕΚΙΤΑ ΕΧΑΣΕ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟ ΜΑΗ ΤΟΥ 1941.

 ΣΤΙΣ ΓΟΥΒΕΣ ΣΤΑ ΠΕΛΕΚΙΤΑ ΕΧΑΣΕ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟ ΜΑΗ ΤΟΥ 1941.
  
γράφει ο Βαγγέλης Μπαριτάκης

Το Μάη του 1941, η πρώτη μάχη που έχασε ο Χίτλερ από τον Καρτερό μέχρι τον Ανισσαρά, ήταν στις Γούβες, στα Πελεκιτά. Γι’ αυτή όμως τη νίκη, η αλήθεια και η πραγματικότητα δεν είναι γνωστή όσο θα έπρεπε. Ελάχιστοι γέροι Γουβιανοί θυμούνται ακόμα τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές όταν έπεσαν  και στις Γούβες, και από αυτές τις ζωντανές μαρτυρίες γράφω αυτές τις αλήθειες.


Την προηγούμενη μέρα πριν ρίξουν οι Γερμανοί τους αλεξιπτωτιστές και στο Γουβιανό παραλιακό κάμπο, άλλοι Γουβιανοί θέριζαν τα σπαρμένα τους, άλλοι πότιζαν με τους νερόμυλους τα περβόλια τους, άλλοι κουτσοτρούλιζαν  και απύργιαζαν τ’ αμπέλια τους και περνούσε όμορφα και ειρηνικά η μέρα τους. Λίγο πριν από το μεσημέρι οι Γουβιανοί είδαν μέσα από το Κρητικό Πέλαγος να έρχονται σμήνη μαύρα χιτλερικά αεροπλάνα και τρομοκρατήθηκαν νομίζοντας ότι θα τους βομβαρδίσουν και θα τους σκοτώσουν. Αυτά όμως τα αεροπλάνα ήταν κατασκοπευτικά και αναγνωριστικά που περιπολούσαν πολύ χαμηλά για να δουν αν τους πυροβολίσουν οι άοπλοι Γουβιανοί και οι άλλοι Κρητικοί. Έτσι μετά από αυτές τις αναγνωριστικές περιπολίες, τα χιτλερικά αεροπλάνα γύρισαν πίσω, νομίζοντας, οι Χιτλερικοί φονιάδες-φασίστες ότι όταν θα έρθουν θα μας πάρουν και την Κρήτη. «ΘΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΔΕΧΤΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΒΑΪΩΝ ΚΑΙ ΚΛΑΔΩΝ»
Την επόμενη μέρα, οι Γουβιανοί πήγαν και πάλι και έκαναν τις ίδιες αγροτικές δουλειές, αλλά και πάλι, πριν το μεσημέρι, ξαναβλέπουν τα μαύρα χιτλερικά αεροπλάνα, μέσα από το Κρητικό Πέλαγος να έρχονται προς το Γουβιανό κάμπο, που στη συνέχεια έριχναν τους Γερμανούς Χιτλερικούς στρατιώτες, αξιωματικούς και εφόδια. Πριν ρίξουν τους αλεξιπτωτιστές οι Γερμανοί και στις περιοχές από τον Καρτερό μέχρι τον Ανισσαρά, ήξεραν ότι υπήρχε ο ασύρματος που λειτουργούσε 100 μέτρα ανατολικά από την κεντρική πύλη της πρώην αμερικάνικης βάσης Γουρνών με ασυρματιστή, πριν και μετά την κατοχή, τον Ανδρέα Μεραμβελιωτάκη από το Αβδού. Αυτή την καταραμένη μέρα που έριξαν οι Χιτλερικοί Φασίστες τους αλεξιπτωτιστές και στις Γούβες, οι μισοί προσπαθούσαν  να καταλάβουν το χωριό και οι άλλοι πήγαιναν να καταλάβουν και να καταστρέψουν τον ασύρματο στις Γούρνες. Από την προηγούμενη μέρα όμως που ήρθαν τα κατασκοπευτικά, χιτλερικά αεροπλάνα και στην περιοχή μας από τον Καρτερό μέχρι το Αποσελέμι.


Ο Ελληνικός στρατός είχε ανέβει στις βουνοκορφές στον Καρτερό, στο Κακό Όρος της Ελιάς, στον Κοψα. των Γουρνών της Ανώπολης και στο Καλιβομούρη των Γουβών και ήταν έτοιμοι οι στρατιώτες μας για μάχες για την λευτεριά μας. Εκείνη την αποφράδα ημέρα που οι Χιτλερικοί φονιάδες έριξαν τους αλεξιπτωτιστές και στις Γούβες, οι Γουβιανοί δεν είχαν όπλα να σκοτώνουν τους Γερμανούς. Έτσι οι Γερμανοί τους απειλούσαν, τους έδερναν  και τους ρώταγαν που είναι οι Εγγλέζοι, που είναι ο στρατός και που είναι ο ασύρματος. Εκείνη τη μέρα οι μισοί Γερμανοί στρατιώτες κατευθήνονταν προς τις Γούβες και οι άλλοι προς τον ασύρματο για να τον καταστρέψουν. Βλέποντας όμως οι στρατιώτες μας πάνω από το Γουβιανό βουνό Καλιβομούρη να προχωρούν προς τον ασύρματο, πλησίασαν πιο χαμηλά για να δώσουν μάχη με τους Γερμανούς. Προχωρώντας όμως οι Γερμανοί προς το κτίριο του ασυρμάτου συνάντησαν στη Γουβιανή τοποθεσία Πελεκιτά ένα σπίτι – αποθήκη του Γουβιανού μεγαλοεργολάβου  του Ηρακλείου Ανδρέα Μαυράκη ή Κατσικάκη ή Κατσικαντρέα και νόμιζαν ότι εκεί ήταν ο κρατικός ασύρματος. Συγχρόνως όμως έβλεπαν με τα κυάλια οι Γερμανοί τους Έλληνες στρατιώτες να κατεβαίνουν προς τα κάτω από το  Καλιβομούρη, έτοιμοι να δώσουν μάχη, να σκοτώσουν τους Γερμανούς φονιάδες. Έτσι φοβήθηκαν οι Γερμανοί στρατιώτες και ταμπουρώθηκαν μέσα στην αποθήκη του Κατσικαντρέα, παίρνοντας μαζί τους σε αυτή Γουβιανούς άντρες και γυναίκες, για την ασφάλεια τους. Στη συνέχεια οι Έλληνες στρατιώτες πλησίασαν κοντά τους και μπήκαν μέσα στο απέναντι καμαράκι για να μην μπορούν να τους σκοτώσουν τα γερμανικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα και αμέσως άρχισε η μάχη μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών στρατιωτών. Μια στιγμή παίρνουν φωτιά τα απύρια που είχε μέσα στην αποθήκη του ο Κατσικαντρέας και αμέσως οι Γερμανοί με άνανδρο, εγκληματικό και φασιστικό τρόπο βγάζουν  έξω  από το παραθύρι μια άσπρη σημαία, που σήμαινε ότι παραδόθηκαν. Αυτή όμως ήταν φασιστική παγίδα. Όταν βγήκαν οι στρατιώτες μας έξω από το καμαράκι ακάλυπτοι οι Γερμανοί σκότωσαν αμέσως το Λοχία Ορέστη Ανδρεαδάκη και τον στρατιώτη Λεωνίδα Σοβατζή. Αμέσως αγρίεψαν οι στρατιώτες μας και σκότωσαν πάνω από 15 Γερμανούς και αυτούς που έμειναν τους κυνήγησαν οι δικοί μας στρατιώτες και έτρεχαν προς τον Κόψα. Σε αυτή τη μάχη και τη νίκη των στρατιωτών μας τραυματίστηκαν ο Ανωπολιότης Ιωάννης Χαστάκης ή Χαστής και ο Καλοχωριανός Βασίλης Ανδονάς. Επίσης μέσα στις μάχες που γίνονταν από τον Καρτερό μέχρι τις Γούβες οι Γερμανοί σκότωσαν δυο άοπλους Γουβιανούς στου Κοκκίνι το Χάνι: τον Ανδρέα Αρετάκη και τον Κωστή Σπυριδάκη. Εκείνες τις μέρες που γίνονταν οι μάχες της Κρήτης, οι Γερμανοί είχαν αφήσει στις Γούβες, κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο, στο σπιτάκι του Κοξαριανού περβολάρη Γεωργίου Τρυπάκη ή Μαρακονάκη έναν έφεδρο αξιωματικό και γιατρό τον Ότο Λούνερ, που είχε μαζί του έναν ασύρματο, όπλο, κονσέρβες, γαλέτες και άλλα πολεμικά είδη. Την επόμενη μέρα πήγε ο Μαράνκονάκης  να ανοίξει τα πανιά του νερόμυλου για να βγάλει νερό να ποτίσει τον κήπο του και ο Γερμανός αξιωματικός του λέει ΑΛΤ. Του ακουμπά το όπλο  στο στήθος για να τον σκοτώσει, όμως αυτός σαν έμπειρος πολεμιστής από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και από τον Μακεδονικό αγώνα, τον καταπράυνε και τον ηρέμησε με διάφορες χειρονομίες. Εκεί στο σπιτάκι του, ο μπάρμπα-Γιώργης είχε λάδι, παξιμάδι, σταφιδοελιές κρασί και ένα τσικάλι που μαγείρεψε πρωτοφανιστικα κολοκυθάκια με πατάτες και χοχλιούς και φάγανε με το Γερμανό Φασίστα αξιωματικό Ότο Λούνερ «σα να ήταν φίλοι». Ο Μαρανκονάκης τις απογευματινές ώρες, καβαλίκεψε πάλι το γάιδαρο για να πάει στο χωριό του, την Κόξαρη, και όταν περνούσε από το Λιβάδι- πλατεία  Γουβών  λέει στους φίλους του τους Γουβιανούς αυτό το γεγονός, και τρεις νέοι Γουβιανοί, ο Γιώργης ο Πεπονάκης του Κωνσταντίνου, ο Γιώργης ο Πεπονάκης του Εμμανουήλ και ο Μιχάλης Σαμπροβαλάκης του Χαραλάμπους του λένε «αύριο μεθαύριο που θα ξαναπάς να ποτίσεις τον κήπο σου και θα περάσεις από τις Γούβες, να μας το πεις να περάσουμε από εκεί δήθεν τυχαία και εμείς θα τον καταστέσομε αυτόν τον Γερμανό αξιωματικό». Έτσι και έγινε. Περνόντας αυτά τα τρία Γουβιανά παλικάρια από τον κήπο του Μαρακονάκη τον χαιρετούν δια χειραψίας. Όμως ο Ότο Λούνερ τους ξάμωνε με το όπλο για να τους σκοτώσει. Μια στιγμή, ο Γιώργης ο Πεπονάκης του Κωνσταντίνου παίζει ένα σάλτο και αρπά το Γερμανό από πίσω και ο γερο Μαρανκονάκης τη δίνει μια με το στελιάρι του βολοκόπου στη κορυφή της κεφαλής και αμέσως παραδίνεται και τον αφοπλίζουν. Αμέσως μετά που παραδόθηκε ο Γερμανός αξιωματικός, τα Γουβιανά παλικάρια όμως δεν τον σκότωσαν γιατί σεβάστηκαν τους διεθνείς κανονισμούς που λένε ότι τους αιχμαλώτους πολέμου δεν τους σκοτώνουν. Έτσι τον απήγαγαν, τον έβαλαν και καβαλίκεψε το γάιδαρο και ήθελαν να τον περιθάλψουν και να τον παραδώσουν, μάλλον στην αστυνομία ή στους Εγγλέζους στο Καστέλι. Συνεχίζοντας την πορεία αυτής της απαγωγής του γερμανού αξιωματικού Ότο Λούνερ, σταμάτησαν στη Κόξαρη, όπου είχε πάει η γυναίκα του μεγαλοδικηγόρου του Ηρακλείου Κουλούρα, η οποία τα χρόνια του μεσοπολέμου είχε φροντιστήρια Γερμανικών στο Μεγάλο Κάστρο. Αυτή η γυναίκα έπαιξε το ρόλο του διερμηνέα και εξήγησε στο Γερμανό ότι οι Έλληνες τον σέβονται, γι΄αυτό δεν τον σκοτώνουν, και ότι θα τον παραδώσουν στο Καστέλι. Συνεχίζοντας την διαδρομή τους πήγαν στο Καλό Χωριό την ώρα που νύχτωνε. Κλειδαμπάρωσαν τον χιτλερικό αξιωματικό σε ένα σπίτι μέχρι να ξημερώσει και να τον παραδώσουν στο Καστέλι αλλά αυτός έσπασε την πόρτα και απέδρασε και εξαφανίστηκε. Μετά από λίγες μέρες αυτός πρόδωσε στα Ες-Ες και στη Γκεστάπο τους Γουβιανούς απαγωγείς του. Εντωμεταξύ οι Γερμανοί είχαν στήσει στις Γούβες, στου Κυρικονικολή το σπίτι, Χιτλερικό Διοικητήριο. Είχαν πάρει και το Δημοτικό σχολείο Γουβών, το οποίο είχαν κάνει μαγειριό. Εκεί είχαν και ένα ραδιόφωνο και το έβαζαν και έπαιζε δυνατά στα Ελληνικά για να ακούν οι Γουβιανοί τα εγκλήματα που έκαναν οι Χιτλερικοί, που τα εκφώνιζαν ως «ανδραγαθήματα». Λίγες εβδομάδες μετά από αυτή την απαγωγή φτάνουν στις Γούβες τα Ες-Ες, η Γκεστάπο και οι Γκεσταπίτες και έψαχναν να βρουν και να σκοτώσουν αυτούς που απήγαγαν τον αξιωματικό τους. Οι Γουβιανοί όμως ισχυρίστηκαν ότι αυτοί που απήγαγαν τον αξιωματικό ήταν άγνωστοι και περαστικοί. Οι Γκεσταπίτες όμως επέμειναν και είπαν στους Γουβιανούς πως αν οι απαγωγείς δεν παραδωθούν για να τους εκτελέσουμε, θα κάψουμε τις Γούβες και εσάς. Τελικά έρχονταν και ξανάρχονταν οι Γκεσταμπίτες στις Γούβες αλλά οι Γουβιανοί δεν μαρτύρησαν τα ονόματα των παλικαριών τους που απήγαγαν τον Χιτλερικό αξιωματικό. Μετά από κάμποσες μέρες ήρθαν πάλι οι Γκεσταπίτες στις Γούβες και κρατούσαν σε μια κόλλα χαρτί, γραμμένα και προδωμένα τα ονόματα των Γουβιανών παλικαριών που απήγαγαν τον Γερμανό. Τους Γουβιανούς τους πρόδωσε, τους κατέδωσε κάποιος που δεν ήταν Γουβιανός, που δεν θέλω να γράψω το όνομά του και το χωριό του. Μετά όμως, για να μην κάψουν τις Γούβες και τους Γουβιανούς, οι Χιτλερικοί φονιάδες,  παραδόθηκαν για εκτέλεση στους Γκεσταπίτες, οι ατίμητοι Ήρωές μας, ο Γιώργης ο Πεπονάκης του Εμμανουήλ, ο Μιχάλης Σαμπροβαλάκης του Χαραλάμπους και ο Κοξαριανός Γιώργης Τρυπάκης ή Μαρανκονάκης. Εκείνη την ημέρα στις 6/8/1941 είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και το νομάρχη Ηρακλείου, Ιωάννη Τσατσαρωνάκη και τον Κωνσταντίνο Παπαδάκη βαρελοποιό, από τον Αη Γιάννη Ηρακλείου για εκτέλεση. Μόλις τους συγκέντρωσαν στο στρατόπεδο του Καρτερού λένε στον Γιώργη Μαρανκονάκη: «εσένα δεν σε σκοτώνουμε γιατί είσαι γέρος, μόνο πήγαινε με τα πόδια στο χωριό σου, την Κόξαρη». Προχορώντας όμως προς το χωριό του οι Γερμανοί φασίστες το μετάνιωσαν, τον κυνήγησαν και τον συνέλαβαν και τον πήγαν στον Καρτερό για εκτέλεση. Μετά όλους μαζί τους μελλοθάνατους τους έδωσαν κασμάδες και φτυάρια και με κλωτσιές και μαστιγώματα, τους ανάγκασαν να σκάψουν ένα βαθύ χαντάκι για να πέσουν μέσα όταν τους εκτελέσουν. Επειδή ο Γιώργης ο Πεπονάκης του Κωνσταντίνου δεν παραδόθηκε στους Γκεσταπίτες για να τον εκτελέσουν, του ανατίναξαν το σπίτι στις Γούβες και ανατίναξαν και το Κοινοτικό Γραφείο Γουβών.  Με τη διαφορά ότι οι Γερμανοί φονιάδες τον έψαχναν ασταμάτηταγια να τον εκτελέσουν εν ψυχρώ αλλα αυτό το Γουβιανό παλικάρι ήταν άπιαστο νυχτοπούλι, είχε σε όλα τα τριγύρω χωριά συγγενείς και φίλους και τον συντηρούσαν και τον προστάτευαν. Συχνά όμως οι Γερμανοί ρωτούσαν και απειλούσαν τη γυναίκα του Ειρήνη  που είναι ο άντρας της αλλά αυτή τους έλεγε ότι έχει εξαφανιστεί. Μετά όμως από λίγο καιρό, η γυναίκα του Πεπονογιώργη, η Ειρήνη, έμεινε έγκυος, φυσικά από τον άντρα της, και οι γκεσταπίτες έβλεπαν την κοιλιά της να μεγαλώνει και της έλεγαν μα εσύ είσαι έγκυος  και αυτή το αρνιόταν. Τότε οι μπροεστοί των Γουβών και ο πατέρας της Ειρήνης, Παπαηλίας για να μην την σκοτώσουν οι Γερμανοί ή για να μην συμβούν χειρότερα στις Γούβες υπέγραψαν ένα χαρτί, μια ψεύτικη δήλωση που έλεγε ότι η Ειρήνη είχε πάει μια μέρα στην Εδερι, στους χοχλιούς και τη βίασε ένας βοσκός, και έμεινε έγκυος από αυτόν και ότι ο άντρας της είχε εξαφανιστεί από την Κρήτη ενώ ήταν στις Γούβες και στα γύρω χωριά. Η Γερμανική γκεστάπο όμως δεν σταματούσε να ψάχνει το Γουβιανό παλικάρι, το Γιώργη τον Πεπονάκη του Κωνσταντίνου που αναγκάστηκε να φύγει στη Μέση Ανατολη, ενώ είχε πολεμήσει στην Αλβανία,  ξαναπολέμησε στη Μέση Ανατολή το Χιτλερικό φασισμό.  Μετά που έφυγαν οι Γερμανοί από τον τόπο μας, ο Πεπονογιώργης ήρθε πάλι στις Γούβες, ξανάχτισε το σπίτι του, άνοιξε και ένα μαγαζί και έκανε μια αξιοπρεπέστατη οικογένεια με τρία παιδιά, την Βαγγελιώ, την Άννα και τον Κωστή.


Τελειώνοντας αυτές τις συγκεντρωτικές καταγραφές των αντιστάσεων που έγιναν και στις Γούβες πριν από 73 χρόνια καθώς και αυτή την πρώτη μάχη της Κρήτης την οποία έχασε ο Χίτλερ στις Γούβες, στα Πελεκιτά, προτείνω στους συντοπίτες μου, στους Γουβιανού ότι εμείς οι Γουβιανοί, οι απλοί άνθρωποι, οι υπέυθυνοι, οι προύχοντες και νεοπλουτισμένοι για πρώτη φορά το Μάη του 2014,  μετά από 73 χρόνια να κάνουμε ένα Αρχιερατικό μνημόσυνο στις Γούβες, στα Πελεκιτά, εκεί που χύθηκε το αίμα των αγωνιστών μας για την λευτεριά μας. Έτσι θα τιμήσουμε τους νεκρούς μας, ουσιαστικά όμως και εμάς τους ίδιους. Αν αυτό το Αρχιερατικό και τιμιτικό μνημόσυνο το κάνουμε στις Γούβες πριν τις επερχόμενες τριπλές εκλογές, σίγουρα ορισμένοι Γουβιανοί θα ωφεληθούν και με ψηφομαζοχτικά κέρδη...




Στη φωτογραφία ο Ανεπολιώτης Ιωάννης Χατζάκης ή Χατζής (αριστερά) που τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι στη μάχη των στις Γούβες στη μάχη των Πελεκητών. Συζητά με τον Βάγγέλη Μπαριτάκη.

Στις Γούβες το σπίτι του Νικολάου Κυρικάκη ή Κυρικονικόλη που το χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί σαν διοικητήριό τους.





Ο Γουβιανός Γεώργιος Κωνσταντίνου Πεπονάκης που πολέμησε στην Αλβανία και πρωτοεπιτέθηκε στην απαγωγη του Χιτλερικού αξιωματικού Ότο Λούνερ. Κυνηγημένος από τους ναζί ξαναπολέμησε στη Μέση Ανατολή τον φασισμό.




Ο Γουβιανός Σαμπροβαλάκης Γεώργιος συμμετείχε στην απαγωγή του Ότο Λούνερ και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στον Καρτερό στις 6/8/1941



Ο Κοξαριανός Γεώργιος Τρυπάκης ή Μαραγκωνάκης συμμετείχε στην απαγωγή του Ότο Λούνερ στις Γούβες στον Άγιο Κωνσταντίνο και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στον Καρτερό στις 6/8/1941


Ο Γουβιανός Γεώργιος Εμμανουήλ Πεπονάκης πρωτοστάτησε κι αυτός στην απαγωγή του αξιωματικού Ότο Λούνερ στις Γούβες στον Άγιο Κωνσταντίνο και εκτελέστηκε στον Καρτερό στις 6/8/1941

Γούβες, Μάης 2014

(Δημοσιευμένο στην Εφημερίδα "Πατρίς")

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου