Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΟΥΒΙΑΝΟ ΜΕΤΟΧΙ ΓΕΡΟΝΤΣΑΝΟ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ  ΣΤΟ  ΓΟΥΒΙΑΝΟ  ΜΕΤΟΧΙ  ΓΕΡΟΝΤΣΑΝΟ

ΤΟΥ  ΒΑΓΓΕΛΗ  ΜΠΑΡΙΤΑΚΗ


 Από  αναμνήσεις,  μνήμες,  πραγματικότητες  από  παραδοσιακές  εποχές,  από ζωντανές  μαρτυρίες  Γέρων  Γουβιανών  αποφάσισα να γράψω αυτό το αφιέρωμα για το Γουβιανό Μετόχι Γεροντσανό γιατί η ολοκληρωτική του εγκατάλειψη το ισοπέδωσε ολοκληρωτικά στο πέρασμα των χρόνων και γιατί η ιστορία του δεν πρέπει να χαθεί.

Επί τη ευκαιρία γράφω τα ονόματα και τις τοποθεσίες των οικισμών και των μετοχιών των Γουβών.

Ο νεότερος τουριστικός οικισμός των Γουβών, οι Κάτω Γούβες, βρίσκονται δίπλα στη θάλασσα και κατοικείται από Γουβιανούς και από ανθρώπους από κάθε γωνιά της Κρήτης, της Ελλάδας και της Ευρώπης. Ο δεύτερος και πιο παλιός οικισμός που υπάγεται στις Γούβες είναι το Σκοτεινό, δύο χιλιόμετρα νότια των Γουβών και κατοικείται από Σκοτεινιανούς.

Στις περιοχές των Γουβών υπάρχουν τέσσερα μετόχια, το ένα είναι στη Δυτική Γουβιανή περιοχή του φαραγγιού του Αποσελέμη που το λένε στα Παπαδιανά, που όλα του τα πετρόκτιστα Μαγατσεδόσπιτα είναι Λασιθιώτικα. Το άλλο μετόχι βρίσκεται δίπλα στο δρόμο που πάει στο Ξενοδοχείο «Αμιράντες», που το λέμε  στων Πλατίδων τα Μετόχια γιατί όλα του τα πετρόκτιστα σπίτια είναι των Πλατάκηδων από το Μοχό.

Το άλλο Λιμενομέτοχο υπήρχε στο πρώην μικρό εμπορικό λιμανάκι Γουβών, στον Άγιο Κωνσταντίνο, που εκεί υπήρχε παλιά ένα ατμοκίνητο ελειοτριβείο της εταιρείας Λιαπάκη – Σταυρουλάκη. Τα χρόνια εκείνα υπήρχαν εκεί πολλοί Μετοχομαγατσέδες αποθήκες που εκεί συγκέντρωναν τα αγροτικά ποροΪόντα της περιοχής, που στην συνέχεια τα αγόραζαν έμποροι, τα φόρτωναν από εκεί σε βαποροκάικα για τα νησιά του Αιγαίου και αλλού.

Από το 1925 που πρωτοανοίχτηκε ο δρόμος Ηρακλείου – Αγίου Νικολάου, το μετόχι του Αγίου Κωνσταντίνου εγκαταλήφθηκε και ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά στο πέρασμα των χρόνων.

Το τέταρτο Γουβιανό μετόχι είναι το Γεροντσανό, λίγες εκατοντάδες μέτρα βοριοανατολικά των Γουβών και δίπλα στη δυτική ριζοβούνια της Γουβιανής Ψηλορείτισσας ΕΔΕΡΗΣ.

Κάθε πρωί στο Γεροντσανό βγαίνει ο ήλιος από την κορυφή της Έδερης μετά τις 9 η ώρα. Μέχρι τώρα δεν γνωρίζουμε επίσημα γιατί ονομάστηκε αυτό το Γουβιανό μετόχι Γεροντσανό. Το πιο πιθανό είναι ότι πριν από πολλές εκατοντάδες χρόνια να ζούσε εκεί κάπιος αξιόλογος άνθρωπος που τον παρανόμιαζαν Ντσάνο, που πιθανόν να έκανε εκεί ένα μετοχοντούκιανο Ντουκιάνη που θα σύχναζαν εκεί Ντελικανήδες και γέροι για καφέ, κρασί, ρακί και για καλούς μεζέδες. Όταν θα πολυγέρασε αυτός ο Ντσάνος τον έλεγαν Γέροντσάνο, έτσι πιθανόν να έχει καθιερωθεί αυτό το όνομα σε αυτό το μετόχι. Όπως τον πρόπερασμένο αιώνα, υπήρχε στον παραλιακό κάμπο της Ανώπολης, του Κοκκίνη το Χάνι που εξαιτίας του πήρε  το όνομα του αυτός ο όμορφος οικισμός. Από όλα τα Γουβιανά μετόχια, το Γεροντσανό ήταν το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο, που όλοι του οι μόνιμοι κάτοικοι ήταν Γουβιανοί, επειδή τις Γούβες και το Γεροντσανό τους χωρίζει μια μεγάλη ρυακοκοιλάδα είναι αδύνατον να ενωθούν σε ευθεία με αυτοκινητόδρομο γι’ αυτό μέχρι τώρα ενώνονται με κακοτράχαλο γαϊδουρόδρομο ή καρτιρίμοστρατουλάκι και ήταν δυσκολοδιάβατο για τα γεροντάκια λίγο πιο επικίνδυνο ήταν  τους χειμερινούς μήνες που κουβαλούσαν με τους γαϊδάρους τις ελιές.Και όταν πέθαιναν οι άνθρωποι στο Γεροντσανό και  τους έβαναν πάνω στο κοινοτικό καθελέτο για να τους πάνε στις Γούβες στην εκκλησία τους έδεναν για να μην γλιστρούν σε αυτή την ανηφοροκατηφόρα που υπάρχει.Αυτές ήταν οι αιτίες που μετά την κατοχή μεταφέρθηκαν όλοι αυτοί οι κάτοικοι στις Γούβες.

Η τελευταία οικογένεια που ζούσε εκεί μέχρι τη δεκαετία του 1960 ήταν του Ανυφαντάκη Μανόλη ή Ανυφαντομανόλη. Έτσι η εγκατάλειψη αυτού του μετοχιού το ισοπέδωσε ολοκληρωτικά στο πέρασμα των χρόνων. Οι τελευταίες Γουβιανές οικογένειες που έμειναν εκεί τον περασμένο αιώνα ήταν οι εξής:

ΑΝΥΦΑΝΤΑΚΗ ΜΑΝΟΛΗ Ή ΑΝΥΦΑΝΤΟΜΑΝΟΛΗ

ΑΝΥΦΑΝΤΑΚΗ ΓΙΩΡΓΗ Ή ΑΝΥΦΑΝΤΟΓΙΩΡΓΗ

ΛΥΔΑΚΗ ΜΑΝΟΛΗ Ή ΜΑΝΟΛΑ

ΛΥΔΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛ Ή ΛΥΔΟΜΙΧΑΛΗ

ΛΥΔΑΚΗΣ ΗΛΙΑΣ Ή ΛΙΟΣ

ΛΥΔΑΚΗ ΓΙΩΡΓΗ Ή ΛΥΔΟΓΙΩΡΓΗ

ΓΙΑΝΝΟΥΔΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗ

ΧΕΙΡΑΚΑΚΗ ΜΑΝΟΛΗ

Στο Γεροντσανό έμεναν εποχιακά δύο οικογένειες από το κρασί:

ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΚΩΣΤΗ Ή ΒΟΥΡΒΟΥΛΗ

ΠΑΠΑΔΑΚΗ  ΜΑΝΟΛΗ Ή ΑΛΕΤΡΑ

Εκεί στο Γεροντσανό ορισμένοι Γουβιανοί είχαν από κληρονομιές ορισμένα μετοχόσπιτα μαγατσέδες αχέργιονες αχύρια αποθήκες, κελάρια, σπήλιους και κούμους.

Το Γεροντσανό είναι άγνωστο πότε πρωτοχτίστηκαν τα πρώτα του σπίτια, πιθανόν να είναι χτισμένα πριν από πολλές εκατοντάδες χρόνια. Όλα τα σπίτια του ήταν πετρόχτισμένα με χωματένια λάσπη, τα δώματα τους ήταν με δοκάρια και χώμα. Μέσα και έξω αυτά τα σπίτια ήταν χτισμένα με τους κανόνες της Κρητικής Τέχνης και της παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Κρήτης. Οι εξωτερικές πόρτες και τα παράθυρα τους ήταν στημένα με όμορφα πελεκημένες πέτρες της περιοχής. Σχεδόν όλα αυτά τα σπίτια , συνήθως αποτελούνταν  από την αυλή, μια καμαροπέτρινη αυλόπορτα από το πόρτεγο που είχε στη μέση μια πέτρινη καμάρα για να φτάνουν τα δοκάρια. Ακόμα υπήρχαν  οντάδες, τα πέτρινα τζάκια , οι  ανηφοράδες, οι φούρνοι Αχέργιονες, τα πατητήρια, τα κελάρια σαρνίτσια, τα ντουλάπια μέσα στους τοίχους, τα αχύρια οι κούμοι, οι Μαντζαντούρες τα Αργαστήρια  και συνήθως είχαν χτίσει δίπλα στην αυλόπορτα μια πέτρα με μια τρύπα στην μέση, την Δεματάρα, για να δένουν τα οζά.

Μέσα στα σπίτια τους  υπήρχαν κατά παράδοση και οι Γούβες που έκρυβαν τα προϊόντα τους  για να μην τους τα κλέβουν οι ξένοι φονιάδες κατακτητές.Τους περασμένους αιώνες όταν η Κρήτης μας ήταν σκλαβωμένη αυτό το Γουβιανό μετόχι τις νύχτες ήταν σύνδεσμος και λημέρι των επαναστατών της περιοχής μας. Επειδή στην Ανατολική πλευρά των περισσοτέρων σπιτιών του Γεροντσανού υπάρχει ένας δέτης είχαν βγάλει σπήλιους που ενώνονταν με τα σπίτια και τους χρησιμοποιούσαν σαν κελάρια – αποθήκες που ήταν δροσερές το καλοκαίρι και ζεστές το χειμώνα. Συνήθως έξω από αυτά τα σπίτια, υπήρχε το κηπούλι ή Σόχωρο που το φύτευαν χορτοπέρβολα και καρποφόρα δέντρα, αμυγδαλιές, καπλοσυκιές, ρογδιές, συκιές, δεσπολιές, ξυνόδεντρα και άλλα. Εκεί δίπλα στο Μετόχι στον πάτο του Γουβιανού ρυακιού υπήρχε το γεροντσανό πηγάι που έβγαζαν το νερό με τις βουρλιές ή σχοινιά, εκεί υπήρχαν και δυο μεγάλες πέτρινες γούρνες, η μια ήταν για να πλένουν οι γυναίκες τα ρούχα τους και η άλλη η στρογγυλή πέτρινη γούρνα ήταν για να ποτίζουν τα οζά.

Στο Γεροντσάνο τα χρόνια εκείνα ντυνόταν με γνήσιες κρητηκές φορεσιές, οι άνδρες φορούσαν χιαλουβάρια, βράκες, στιβάνια  και μαύρο κεφαλομάντηλο ή μαυρο κούκο. Συνήθως φορούσαν στη μέση τους μια πολυχρειαζούμενη υφαντή ποδιά διπλωμένη σε τρίγωνο στηριγμένη στη ζώνη τους. Οι γυναίκες ήταν καλοντυμένες, φορούσαν μακριές φούστες και ποδιές, οι καλοπαντρεμένες φορούσαν άσπρο τσεμπέρι και οι χαροκαμένες ή χήρες φορούσαν μαύρο τσεμπέρι και μαύρα ρούχα μέχρι να πεθάνουν.

Ολες οι Γεροντσανές οικογένειες δούλευαν κάθε μέρα στα χωράφια, έσπερναν, θέριζαν, αλώνιζαν, τρυγούσαν τα αμπέλια, μάζευαν τις ελιές, καλιεργούσαν περβόλια, βόσκιζαν τα διάφορα οζά τους, τυροκομούσαν και ζύμωναν.

Αυτές τις παλιές αγνές εποχές σε αυτό το όμορφο Γουβιανό Μετόχι οι άνθρωποι δεν είχαν άγχος, συχνοτραγουδούσαν, αποσπέριζαν και τα συχνολέγανε τις φεγγαροβραδιές έκαναν Γεροντσανογουβιανά παρεάκια, καντάδες, γλέντια στις Γούβες, στο Λιβάδι  και όλα ήταν χαμογελαστά. Εκεί φόλευαν περιστέρια, χελιδώνια, ατσελέγοι που έκαναν παρέα στους κατοίκους του μετοχιού.

Εκεί κακάριζαν πέρδικες, κελαηδούσαν κάθε λογής πουλιά, έκραζαν πετινοί, γαύγιζαν σκύλοι, ακούγονταν τα κουδούνια τον οζών πάνω στην Έδερη που όλα αυτά ήταν σαν μια ορχήστρα του Θεού.

Πριν το 1960 που ήμουν μαθητής του Δημοτικού Σχολείου Γουβών πήγαινα με άλλα κοπέλια  και ελέγαμε τα κάλαντα στο Γεροντσανό στην θειά μου την Ανυφαντομαρία αυτή μας καλοσόριζε, μας κερνούσε και μας έδινε καρύδια, αμύγδαλα, φυστίκια, πιταρίδες και άλλα. Τα χρόνια εκείνα, αυτά που με εντυπωσίαζαν στην αυλή της θείας μου της Μαρίας ήταν τα πολλά περιστέρια που έιχε, ένα όμορφο δέντρο, μια πιπεριά και μια μεγάλη φασκομηλιά που την καλλιεργούσε.

Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι του Γεροντσανού  ήταν θρησκευόμενοι, τους άρεσε να  συχνοπηγαίνουν κάθε Κυριακή να εκκλησιάζονται στις Γούβες, στην Πολιούχο και ωραιότερη εκκλησία των Γουβών, την Ζωοδόχο Πηγή, πριν την κατακρεμήσουν άδικα  και παράνομα και χωρίς να τη φωτογραφήσουν και χωρίς να της παίξουν νεκρίκια την καμπάνα της, στην μνήμη της Αγιότητάς της, πριν γκεμήσουν  το καμπαναριό της και το ιερό της ορισμένοι προύχοντες και υπεύθυνοι των Γουβών λίγα χρόνια πριν το 1940.

Τελειώνοντας , ευχαριστώ πολύ τους Γέρους Γουβιανούς που μου έδωσαν πληροφορίες, ζωντανές  μαρτυρίες, ιδιαίτερα ευχαριστώ τα εγγόνια του τελευταίου κατοίκου του Γεροντσανού, του Ανυφαντάκη Μανόλη ή Ανυφαντομανόλη. Το γεννημένο στο Γεροντσανό Λυδάκη Γιάννη ή Γιάννη του Λυδογιώργη. Επίσης ευχαριστώ τον ενενηντάρη και πιο γέρο των Γουβών, γεννημένο στο Γεροντσανό, Μιχελάκη Κωστή, πρώην γραμματέα του Αγροτικού Συνεταιρισμού Γουβών και Προέδρου της κοινότητας Γουβών, 1974 – 1978.


ΓΟΥΒΕΣ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 2012

(Δημοσιευμένο στην Εφημερίδα "Πατρίς")

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου